Στιγμές από τη ζωή της, της Αναστασίας Μπρούσα

Άλλη μια μέρα παρέα με την μοναξιά της. Η Αλίκη καθόταν στην αγαπημένη της πολυθρόνα στο μπαλκόνι της και χάζευε στον δρόμο τα αυτοκίνητα να τρέχουν, τους πεζούς που περπατούσαν...

Πως χάθηκε έτσι η ζωή της; Κοντεύει τα σαράντα, μ’ έναν γιο στην προεφηβεία, που ο βιολογικός του πατέρας δε θέλησε να αναγνωρίσει ποτέ. Τον αγάπησε τον Γιώργο η Αλίκη, αλλά για εκείνον δεν ήταν ποτέ αρκετή…

Ήταν μια γοητευτική κοπέλα, έξυπνη, γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο. Εκεί γνωρίστηκαν, μιας και ο Γιώργος, αφού είχε αποκτήσει το πτυχίο του, έγινε συνεργάτης στο γραφείο. Του άρεσε απ’ την πρώτη στιγμή η Αλίκη και ξεκίνησαν τη σχέση τους, η οποία κράτησε έξι μήνες, μέχρι που εκείνος γνώρισε τη νέα τους πελάτισσα, μια πλούσια κληρονόμο, και θαμπώθηκε από την άνεσή της να σκορπά χρήματα χωρίς δεύτερη σκέψη…  Άλλωστε εκείνος πάντα απέφευγε να της πει «σ’ αγαπώ», «Εδώ περνάμε καλά Αλίκη! Μην περιπλέκεις τα πράγματα», απάντησε, ανάβοντας τσιγάρο, τη μία και μοναδική φορά που του είπε η Αλίκη πως τον αγαπάει, και πληγώθηκε πολύ...

Την επόμενη κιόλας εβδομάδα ανακάλυψε πως ήταν έγκυος. Σκεφτόταν πως έπρεπε να βρει έναν τρόπο να του μιλήσει, μα εκείνος ήταν πια απορροφημένος με την πλούσια κληρονόμο. Ωστόσο, βρήκε την ευκαιρία, σ’ ένα κενό που είχε εκείνος από τα επαγγελματικά του ραντεβού. Απολάμβανε τον καφέ του την ώρα που άνοιξε απότομα η πόρτα και μπήκε η Αλίκη.

«Είμαι έγκυος! Δεν πρόκειται να το ρίξω αυτό το μωρό, θα το κρατήσω και μόνη μου!

Το μόνο που θέλω να ξέρω από σένα είναι αν θα το αναγνωρίσεις ως βιολογικό παιδί σου!» του πέταξε, χωρίς να προλάβει να πει τίποτα, κι ο Γιώργος έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Αυτό ήταν κάτι που δεν είχε σκεφτεί ποτέ!

«Όχι, Αλίκη! Δεν πρόκειται να αναγνωρίσω ένα παιδί που δεν σχεδίαζα να έχω! Και καλύτερα να το μάθεις από μένα, παντρεύομαι!»

«Παραιτούμαι, λοιπόν! Βρες άλλη γραμματέα» κατέληξε, πετώντας τους φακέλους με τις υποθέσεις στο γραφείο του, κι έκλεισε με δύναμη τη πόρτα πίσω της, υποσχέθηκε στον εαυτό της πως δεν θα έκλαιγε για αυτόν, δεν άξιζε καν το κόπο, η μοναδική της προτεραιότητα πλέον ήταν το παιδί της…

Μετακόμισε στο όμορφο παραθαλάσσιο χωριό της κι έμεινε με τους γονείς της, ανέλαβε τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση τοπικών γλυκών και απολάμβανε τις νυχτερινές της βόλτες στη θάλασσα. Όταν γεννήθηκε ο γιος της, ένιωσε πως αυτό το θαύμα είναι ότι πιο μεγαλειώδες και πολύτιμο υπάρχει στη ζωή της. Τον μεγάλωνε μαζί με τους γονείς της, ώσπου τους έχασε και τους δύο σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, το παιδί της ήταν τότε μόλις πέντε χρόνων και του έλειπαν πολύ ο παππούς και η γιαγιά…

Τώρα, πέντε χρόνια μετά, ο αγαπημένος της γιος είναι πια δέκα. Του αρέσει το σχολείο, έχει καλούς φίλους και την αγαπάει ιδιαίτερα, αφού δε γνώρισε πατέρα. Πριν δύο χρόνια του μίλησε και του εξήγησε την αλήθεια για τον βιολογικό του πατέρα, κάτι που τον απογοήτευσε πολύ.

«Σ’ αγαπώ,  πολύ αγόρι μου γλυκό! Είμαι εδώ και θα αντιμετωπίσουμε τα πάντα βήμα βήμα» του είπε και τον αγκάλιασε. Έκτοτε, ξεκίνησαν τις επισκέψεις σε ψυχολόγο, και σήμερα το παιδί έχει συνέλθει και είναι ισορροπημένο.

«Πάλι χάθηκες στις σκέψεις σου,  Αλίκη!» είπε στον εαυτό της, καθισμένη στην πολυθρόνα της. «Άντε, σήκω! Είναι ωραία η βραδιά» πρόσθεσε και παίρνοντας δύναμη από μέσα της, ντύθηκε και βγήκε να περπατήσει για λίγο. Είχε στη τσάντα της κι ένα βιβλίο, προχώρησε και έκατσε σ ένα παγκάκι στην παραλία για να το διαβάσει. Η πανσέληνος φώτιζε τόσο υπέροχα τη θάλασσα, χάθηκε το βλέμμα της εκεί, ώσπου λίγα λεπτά αργότερα, κατάλαβε πως δίπλα της καθόταν εκείνος ο ωραίος γείτονας που την είχε φλερτάρει τις προάλλες.

«Λες, Αλίκη, να σταθείς τυχερή;» αναρωτήθηκε και αφέθηκε στο χαμόγελο του. Ποιος ξέρει, ίσως απόψε ν’ αλλάξει κάτι στη ζωή της...

 

Επιμέλεια: Μαρία Παπαθεοδώρου