Οι Ξεχωριστοί - Λάχεσις (Κεφάλαιο 26) [+18]

Η Σιλβάνα είχε κλείσει τα μάτια της και απολάμβανε το ζεστό φως του προβολέα που έπεφτε επάνω της. Λίγα λεπτά νωρίτερα, ο Γιώργος την είχε οδηγήσει στο βεστιάριο του υπόγειου ατελιέ. Επάνω στον φωτεινό καθρέφτη ήταν κολλημένο ένα χαρτί με οδηγίες για εκείνη. Δε χρειαζόταν να κάνει και πολλά. Ήταν ήδη ολόγυμνη. Έπρεπε απλώς να φορέσει τη λευκή ρωμαϊκή τήβεννο, που ήταν κρεμασμένη δίπλα στον καθρέφτη. Η Σιλβάνα έκανε ό,τι έλεγαν οι οδηγίες. Στερέωσε την επίχρυση πόρπη στον αριστερό της ώμο και τη ζώνη με την πόρπη λοξά στη μέση της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.

Το ένδυμα δεν ήταν ακριβώς ρωμαϊκή τήβεννος. Ήταν μια όμορφη και μοντέρνα, στυλ μπλουζοφόρεμα, εκδοχή της. Το βαμβακερό ελαφρώς γυαλιστερό ύφασμα ξεκινούσε από τον αριστερό της ώμο, κάλυπτε το στήθος της στις πτυχώσεις του και κατέληγε λοξά δεξιά στη μέση της. Εκεί σταματούσε και η οποιαδήποτε ομοιότητα με το κλασικό σχέδιο. Από εκεί ξεκινούσε η μίνι φούστα του φορέματος. Ενωμένη στο δεξί μέρος με την τήβεννο με κρυφές, εσωτερικές ραφές, κατέληγε σε ανισομεγέθη δόντια, που ξεκινούσαν μακρύτερα στον δεξί της μηρό και έσβηναν ανεβαίνοντας ψηλά στον αριστερό. Στην αιχμηρή άκρη κάθε δοντιού κρεμόταν από ένα μαργαριτάρι. Η αριστερή της πλευρά, από τον ώμο έως λίγο πιο κάτω από την αρχή της λεκάνης, ήταν τελείως ακάλυπτη. Στην αυθεντική εκδοχή και στις παραλλαγές που προορίζονταν για δημόσια χρήση δύο λεπτές λωρίδες σιλικόνης ένωναν το ύφασμα της πλάτης με αυτό του αριστερού θώρακα και τα μαργαριτάρια δεν υπήρχαν. Ο Γιώργος που το είχε φανταστεί και η Γιάννα που το είχε δημιουργήσει ήθελαν να είναι ανάλαφρο και παιχνιδιάρικο, όχι να αποκαλύπτει τα πάντα στο παραμικρό αεράκι!

Η Σιλβάνα κοιτάχτηκε για πολλοστή φορά στον καθρέφτη. Κάτι δεν της άρεσε, κάτι δεν ταίριαζε. Τα μαλλιά της δεν ταίριαζαν στην εποχή του ενδύματος που φορούσε. Κοίταξε γύρω της. Κανένα πρόβλημα. Επάνω στο γραφείο είχε ό,τι θα μπορούσε να χρειαστεί. Έσκυψε το κεφάλι της όσο πιο χαμηλά μπορούσε,

ώστε να ξετυλιχτούν οι μαύρες μπούκλες των μαλλιών της. Πέρασε ανάμεσά τους το χέρι της και τα άφησε να πέσουν όλα μαζί προς τη δεξιά πλευρά του κεφαλιού της. Μερικά τσιμπιδάκια στα σωστά σημεία και ήταν έτοιμη. Αυτήν τη φορά ήταν ευχαριστημένη από το είδωλό της. Έμοιαζε με αρχαιοελληνική θεά και της άρεσε πολύ. Ήταν επίσης σίγουρη ότι οι δύο Ξεχωριστοί εραστές της αυτό είχαν στον νου τους, όταν έγραφαν τις οδηγίες. Στη συνέχεια φόρεσε τις λευκές γόβες με τα οκτάποντα τακούνια και προσπάθησε να ισορροπήσει, καθώς τα τακούνια τύπου στιλέτο δεν ήταν και από τα πιο βολικά σ’ αυτό το θέμα και ήθελαν περίοδο προσαρμογής.

Στο τέλος τους, οι οδηγίες την έστελναν να περιμένει στη μέση του ατελιέ. Εκεί υπήρχε ένας μεγάλος κυκλικός χώρος, που μπορούσε να απομονωθεί κατά βούληση από το υπόλοιπο ατελιέ με χοντρό πλεξιγκλάς. Η Σιλβάνα υπάκουσε γεμάτη περιέργεια για το τι θα επακολουθούσε. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα μυστηρίου είχε ήδη αρχίσει να την ερεθίζει και ανυπομονούσε για τη συνέχεια. Το φως συνέχιζε να τη χτυπάει στο πρόσωπο εμποδίζοντάς τη να δει καθαρά. Ξαφνικά η ένταση του φωτός μετριάστηκε, καθώς μια λεπτή φιγούρα μπήκε μπροστά στον προβολέα και κινήθηκε προς το μέρος της. Η Σιλβάνα δεν μπόρεσε να σταματήσει το επιφώνημα θαυμασμού που ανέβηκε στο στόμα της.

Η Γιάννα βγήκε μέσα από το φως και έφτασε μπροστά στην έκπληκτη αοιδό. Η Σιλβάνα την κοίταξε πιο προσεκτικά τώρα. Φορούσε μια ολόσωμη μαύρη φόρμα από βινύλιο, τόσο εφαρμοστή που περιέγραφε κάθε λεπτομέρεια του όμορφου ολόγυμνου –εσωτερικά– κορμιού της. Οι οκτάποντες μπότες που φορούσε την έκαναν να δείχνει ακόμη πιο ψηλή και επιβλητική. Τα γαλάζια της μάτια έμοιαζαν πιο φωτεινά, καθώς τα ενίσχυε η αντίθεση της μαύρης φόρμας. Το ξανθό μαλλί της ήταν πιασμένο στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού της.

«Τουλάχιστον στο μαλλί είχαμε την ίδια ιδέα, ε, γλυκιά μου;» τη ρώτησε, αλλά, αντί για απάντηση, η Γιάννα τής έδωσε ένα σιγανό χαστούκι στο δεξί της μάγουλο και της έκανε νόημα με το δάχτυλό της να σωπάσει. Κατόπιν πήρε ένα ένα τα χέρια της και τα έδεσε από τους καρπούς στις αλυσίδες που στο μεταξύ είχαν κατέβει γύρω της. Με μια απότομη κίνηση, την τράβηξε να κολλήσει επάνω της, την κοίταξε λάγνα και κατέβηκε σιγά σιγά προς τα πόδια της τρίβοντας το κορμί της στο δικό της. Η Σιλβάνα δαγκώθηκε, καθώς η Γιάννα γονάτισε μπροστά της και της έδεσε τα πόδια σε ελαφριά διάσταση. Νόμιζε ότι η ξανθιά αμαζόνα θα έμενε εκεί να συνεχίσει και είχε ετοιμαστεί για τη γνώριμη όμορφη αίσθηση του αγγίγματος της γλώσσας στην κλειτορίδα της.

Αιφνιδιάστηκε όταν η σκέψη της αποδείχτηκε λανθασμένη. Η Γιάννα μόλις τέλειωσε τις προετοιμασίες έφυγε προς τον προβολέα. Πέρασε πίσω του, ανέβηκε τέσσερα σκαλιά και μπήκε στο μεγάλο κέντρο ελέγχου των εφέ του ατελιέ. Κοίταξε μέσα από το τζάμι την όμορφη φίλη της και χαμογέλασε, αναλογιζόμενη τι είχε ετοιμάσει για εκείνη. Μπροστά της είχε δύο μεγάλες κονσόλες, που έλεγχαν φώτα και ήχο με τη βοήθεια του προγράμματος που έτρεχε κάθε φορά ο υπολογιστής. Η Γιάννα είχε ρυθμίσει όλες τις παραμέτρους δημιουργίας σεναρίου Ηλεκτρική Καταιγίδα με διάρκεια μία ώρα. Ο δείκτης του ποντικιού είχε σταματήσει πάνω στην επιλογή Έναρξη και αναβόσβηνε υπομονετικά.

«‘Όχι ακόμη, μωρό μου!» μονολόγησε καθώς εκείνη τη στιγμή μπήκαν στο δωμάτιο ο Γιώργος με τη Μαριάννα.

«Όλα έτοιμα, αγάπη; Ξεκινάμε;» τη ρώτησε ο Γιώργος παίρνοντάς την αγκαλιά, έτσι όπως καθόταν μπροστά στις κονσόλες.

Η Γιάννα δεν απάντησε αμέσως, σηκώθηκε και παραχώρησε τη θέση της στη Μαριάννα.

«Ναι, χαρά μου, όλα έτοιμα είναι. Μαριάννα μου; Ξέρεις τι να κάνεις. Το βασικό πρόγραμμα είναι έτοιμο. Εσύ θα χειρίζεσαι βοηθητικά εφέ και ήχο ανάλογα με την τροπή που θα εξελιχθεί το σενάριο. Από μουσική θα ξεκινήσεις με Κάθριν Τζένκινς, πρώτα το «Bring me to life», μετά το «Le Cose che Sei per Me», το «Who wants to live forever» και μετά βάλε «Secret Garden» και ό,τι θέλεις από τη λίστα μπροστά σου. Έφτιαξα playlist γιατί τέτοια τρούμπα που είσαι εσύ, μωρό μου, ήσουν ικανή να με βάλεις να κάνω έρωτα ακούγοντας Τσιτσάνη!» κατέληξε γελαστά κοιτώντας τη νεαρή βοηθό της ειρωνικά.

«Σίγουρα να βάλω Κάθριν; Το δεύτερο τραγούδι, ας πούμε, από αυτά που μου είπες το έχει τραγουδήσει και η Σιλβάνα. Να το βάλουμε από ανταγωνίστρια; Δε θα την πειράξει;» τη ρώτησε εύλογα η Μαριάννα.

«Πρώτον, τη φωνή της την ακούει συνέχεια. Δεύτερον με την Κάθριν δεν είναι εχθροί, καθεμία κάνει τη δουλειά της!» της απάντησε εκείνη και η συζήτηση τελείωσε εκεί.

Η Σιλβάνα στεκόταν ολομόναχη στη μέση του ατελιέ, περιμένοντας ανυπόμονα τη συνέχεια, που δε θα αργούσε. Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τον εαυτό της στον μεγάλο ολόσωμο καθρέφτη αριστερά της. Το θέαμα ήταν ένα μείγμα πρόστυχης αθωότητας και ερωτισμού. Το όμορφο γυμνό κορμί της έπαιζε κρυφτούλι στις πτυχές του σχεδόν διάφανου υφάσματος. Με τη στάση, που είχαν τα δεμένα στις αλυσίδες χέρια της, στην παραμικρή κίνησή της ένιωθε το μερσεριζέ ύφασμα να τρίβεται ανάλαφρα στις ερεθισμένες –από τη στιγμή που το είχε φορέσει– θηλές της.

Όταν προσπαθούσε να κουνήσει τα πόδια της, τα αληθινά μαργαριτάρια κυλούσαν αέρινα πάνω στους μηρούς της κάνοντάς τη να ανατριχιάζει. Έτσι όπως στεκόταν μες στην απόλυτη σιωπή, μπορούσε να εστιάσει και στο πιο ανάλαφρο ερέθισμα των αισθήσεών της. Χωρίς οπτικά και ηχητικά ερεθίσματα να τον αποσπούν, ο εγκέφαλός της επικεντρώθηκε στην αφή, μεγεθύνοντας και το παραμικρό ερέθισμα. Αν φορούσε το ίδιο φόρεμα ανάμεσα σε κόσμο οπουδήποτε αλλού, δε θα μπορούσε να προσέξει αυτά τα γλυκά ανεπαίσθητα ερεθίσματα.

Η Σιλβάνα είχε αρχίσει να αισθάνεται ερωτικά, χωρίς καν να χρειαστεί να την αγγίξει κανείς. Περνούσε ένα γλυκό μαρτύριο, καθώς μπορούσε, αν ήθελε, να μείνει τελείως ακίνητη και να μειώσει ή ακόμη και μηδενίσει τις επιπτώσεις του υφάσματος στο κορμί της. Αλλά ήθελε; Προφανώς όχι. Προχώρησε προς τα εμπρός –όσο επέτρεπαν στα πόδια της οι αλυσίδες– και έγειρε την πλάτη της πίσω, στηριζόμενη στα χέρια της. Τα δύο κεντρικά δόντια του φορέματος –βοηθούμενα και από το ανεπαίσθητο βάρος των μαργαριταριών– απλώνονταν τώρα ανάμεσα στα πόδια της, κατά μήκος του φρεσκοξυρισμένου της αιδοίου. Η Σιλβάνα κούνησε ελαφρά τη λεκάνη της και η βαρύτητα ανέλαβε τα υπόλοιπα.

Το λαμπερό φως του προβολέα έσβησε απότομα, επαναφέροντας τη στην πραγματικότητα. Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε ψηλά την οροφή, στην οποία είχαν αρχίσει να ανάβουν σε τεστ χιλιάδες μικρά led κατανεμημένα σε πάνελ. Η Μαριάννα πάτησε την έναρξη και η οροφή έλαμψε, απεικονίζοντας μια έναστρη νύχτα με πανσέληνο. Ταυτόχρονα άρχισε να λειτουργεί –στη χαμηλότερη σκάλα– ο ανεμιστήρας που βρισκόταν απέναντι από τη Σιλβάνα, στέλνοντας ένα απαλό αεράκι πάνω της. Η νεαρή παρακολουθούσε εντυπωσιασμένη.

Η πανσέληνος είχε ήδη αρχίσει να χάνεται, καθώς μαύρα απειλητικά σύννεφα πύκνωναν από πάνω της. Μια αστραπή από το δυνατό Strobo Light και δύο δευτερόλεπτα αργότερα ο εκκωφαντικός ήχος του κεραυνού πέρασε μέσα από τα είκοσι τέσσερα ηχεία του 22.2 surround system, κάνοντάς τη να τρομάξει, προσπαθώντας υποσυνείδητα να προφυλαχτεί.

Η Γιάννα γύρισε και κοίταξε προς το δωμάτιο ελέγχου γελαστή. Ο σκοπός δεν ήταν απλά να παίξει η Σιλβάνα τον ρόλο, όπως συνήθως. Ο σκοπός ήταν να ξεχάσει εντελώς την πραγματικότητα για όση ώρα διαρκούσε η εμπειρία. Και η high-tech βοήθεια από τα –αξίας εκατοντάδων χιλιάδων– μηχανήματα έδειχνε να τα καταφέρνει! Ξεκούμπωσε το φερμουάρ της μαύρης φόρμας και την έβγαλε. Το μόνο ύφασμα που έμεινε επάνω της τώρα πια ήταν το κάτω –τύπου μπραζίλ– εσώρουχο. Άλλωστε οι εφαρμοστές φόρμες βινυλίου δεν ενδείκνυνται στις συνθήκες που θα επικρατούσαν σε λίγο στο κλουβί.

 

How can you see into my eyes

like open doors.

 

Η Σιλβάνα έκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας να ξεπεράσει την ανατριχίλα που της προκαλούσε η κρυστάλλινη φωνή της Κάθριν Τζένκινς ξεκινώντας το «Bring me to life». Για λίγο έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται γιατί δεν το έχει τραγουδήσει και εκείνη. Έπρεπε να θυμηθεί να το πει στον μάνατζέρ της.

Η Μαριάννα παρακολουθούσε και εκείνη εκστασιασμένη. Όσες φορές και να είχε χρησιμοποιήσει αυτά τα μηχανήματα, οι δυνατότητές τους πάντα την εντυπωσίαζαν. Το τραγούδι έφτανε στο πρώτο ρεφρέν και η Μαριάννα πάτησε την ένδειξη Spray Rain και ρύθμισε τη θερμοκρασία του εσωτερικού κλουβιού, που βρισκόταν η Σιλβάνα, στους 30 βαθμούς Κελσίου. Ο σκοπός ήταν να βιώσει την εμπειρία της ζωής της, όχι να κρυώσει. Ταυτόχρονα η Γιάννα σφράγισε τη βαριά διάφανη πόρτα. Τώρα ο χώρος που περικλειόταν από το πλεξιγκλάς είχε απομονωθεί πλήρως από το υπόλοιπο ατελιέ.

 

Wake me up inside

Wake me up inside

call my name and save me from the dark

bid my blood to run

before I come undone

save me from the nothing I’ve become.

 

Η Σιλβάνα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που γινόταν. Μαύρα σύννεφα στον ουρανό, αστραπές, βροντές και τώρα βροχή! Οι ψιχάλες από τα δεκάδες κρυφά μπεκ άρχισαν να πέφτουν επάνω της με αυξανόμενη ένταση σαν πραγματική βροχή. Και τότε τον είδε!

Ο Γιώργος βγήκε από το μισοσκόταδο και προχώρησε προς τη Σιλβάνα. Δεν έδινε καμία σημασία στις σταγόνες που έπεφταν πάνω στο σώμα του. Στάθηκε δύο τρία μέτρα μακριά της και την κοίταξε με θαυμασμό. Το φόρεμα, οι αλυσίδες, η ατμόσφαιρα του σεναρίου και τα εφέ είχαν επιτελέσει τον σκοπό τους. Το βρεγμένο ύφασμα είχε κολλήσει επάνω στο νεανικό σώμα της, αποκαλύπτοντας όλη του την ομορφιά. Το ελαφρώς γερμένο στο πλάι κεφάλι της, τα μισόκλειστα μάτια και χείλη της έδειχναν ξεκάθαρα στον έμπειρο Ξεχωριστό την τρικυμία, που είχε ξεσπάσει μέσα της. Η Γιώργος έφτασε κοντά της, άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλό της τρυφερά. Ύστερα έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα χείλη.

«Κάνε μου έρωτα. Δεν αντέχω άλλο!» του είπε παρακλητικά.

«Κάνε υπομονή, γλυκιά μου καρδιά. Σε λίγο» της απάντησε ψιθυριστά.

Η Σιλβάνα χαμογέλασε και ετοιμάστηκε να τον ξαναφιλήσει. Η Γιάννα τούς παρακολουθούσε όλη αυτήν την ώρα αμίλητη στο μισοσκόταδο.

Μα τι κάνει; Βάλαμε αλυσίδες και καταιγίδες και αυτός της φέρεται σαν να είναι δεκαεφτάχρονα σε σχολική εκδρομή; αναρωτιόταν, μην πιστεύοντας στα μάτια της.

Σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη περίπτωση, τώρα πια θα είχαν πέσει τουλάχιστον απαλά χαστούκια! Οι Ξεχωριστοί δεν πιστεύουν στην επίτευξη ηδονής μέσω του πόνου σε καμιά περίπτωση. Από αυτό όμως μέχρι το να μην μπορεί να την αγγίξει –λες και θα σπάσει– πάει πολύ!

«Μόνο “fragile”[1] δεν έχει γράψει επάνω της γαμώτο!» μονολόγησε και αποφάσισε να εμπλακεί πιο νωρίς στο σενάριο.

Γρήγορα έφτασε πίσω από τη Σιλβάνα χωρίς κανείς από τους δυο τους να καταλάβει ότι πλησίαζε, καθώς είχαν απορροφηθεί στο γεμάτο πάθος φιλί τους. Η Γιάννα άνοιξε τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού, τα έμπλεξε στη βάση των βρεγμένων μαλλιών της –ώστε να μην την πονέσει– και τράβηξε απότομα το κεφάλι της μικρής πίσω. Το φιλί των δύο εραστών διακόπηκε βίαια, καθώς η Σιλβάνα έβγαλε μια ηδονική κραυγή και έγειρε το κεφάλι της πίσω ανασαίνοντας βαριά.

«Τι συμβαίνει; Τι κάνεις;» τον ρώτησε στα Ελληνικά, για να μην καταλάβει η Σιλβάνα τι έλεγαν.

«Δεν ξέρω. Είναι άγγελος, δε μου βγαίνει κάτι άλλο εκτός από τρυφερότητα μαζί της!» της απάντησε εκείνος ειλικρινά.

Το ύφος της Γιάννας μαλάκωσε. Πέρασε το αριστερό της χέρι ανάμεσα στα πόδια της Σιλβάνα και έδωσε με την παλάμη της ένα μέτριας έντασης χαστούκι στο από ώρα ερεθισμένο κέντρο της φίλης της. Το δεξί της χέρι την κρατούσε απαλά από τον λαιμό και η Σιλβάνα έβγαλε ένα παραπονιάρικο βογκητό και ακούμπησε το κεφάλι της στον δεξί ώμο της Γιάννας.

«Εντάξει, μωρό μου. Συγγνώμη για το ύφος μου. Έλα να αλλάξουμε θέσεις. Άσε σ’ εμένα τη μέγαιρα τα δύσκολα!» του είπε γελαστά και άφησε τη Σιλβάνα να επιστρέψει στην αρχική της θέση.

Ο Γιώργος άρχισε να φιλάει και να γλείφει έναν έναν τους σπονδύλους, που ξεπετάγονταν κατά μήκος της πλάτης της, την ίδια στιγμή που η Γιάννα είχε κατέβει με τη γλώσσα της από τα χείλη της στο σαγόνι και στις αρτηρίες του λαιμού. Οι ζώνες σώματος που είχε δικαιοδοσία ο καθένας τους ήταν προκαθορισμένες από χρόνια. Όταν η Γιάννα έγλειφε με πάθος τα στήθη και τις θηλές, ο Γιώργος ανέβαινε με τη γλώσσα του το υγρό από τη βροχή, που εξακολουθούσε να πέφτει, αυλάκι της σπονδυλικής της στήλης.

Η Σιλβάνα τώρα πια δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Έγερνε απότομα το σώμα της εμπρός ή πίσω αναλόγως του ποιος από τους δύο την άγγιζε σε πιο ευαίσθητο σημείο. Οι υψηλής συχνότητας κραυγές ηδονής που έβγαζε στην αρχή του σεναρίου είχαν αντικατασταθεί από ένα μόνιμο σχεδόν μπάσο βογκητό, που διακοπτόταν συχνά από ξεσπάσματα λαχανιάσματος, όταν κάποιος από τους δύο αποφάσιζε να δαγκώσει απαλά κάποιο ευαίσθητο σημείο της.

Τώρα οι δύο εραστές της είχαν φτάσει χαμηλά, ανάμεσα στα πόδια της. Η Γιάννα είχε ακολουθήσει το μπροστινό μονοπάτι. Άνοιξε το στόμα της όσο μπορούσε και άρχισε να γλείφει με τη γλώσσα και τα χείλη της κατά μήκος το υγρό αιδοίο της Σιλβάνα, που τώρα το αισθανόταν να τρέμει από ερωτική προσμονή. Ο Γιώργος κατέβηκε από την πλάτη της στους γλουτούς της αφήνοντας με τη γλώσσα του ένα υγρό μονοπάτι και έμεινε εκεί –γονατιστός– να παίζει με τα πιο ευαίσθητα σημεία του γυναικείου κορμιού και τη γλώσσα της Ξεχωριστής ερωμένης του ταυτόχρονα.

Το νερό της «βροχής» κυλούσε σε μικρά ρυάκια κατά μήκος του κορμιού της Σιλβάνα και στράγγιζε από τα μισάνοιχτα πόδια της πάνω στα πρόσωπά τους. Το θέμα ήταν απίστευτα πρόστυχο. Το ζευγάρι των εραστών έπαιζε με το νερό που έσταζε και μεταξύ τους και όλο το παιχνίδι μεταφέρονταν στο σώμα της, κάνοντας την ηδονή της να πολλαπλασιάζεται. Η Σιλβάνα είχε αρχίσει να σπαρταράει πάνω στις αλυσίδες της και η Γιάννα αποφάσισε να λυτρώσει την όμορφη φίλη της από το γλυκό μαρτύριο.

Έκανε νόημα στο Γιώργο και εκείνος σηκώθηκε όρθιος πίσω από τη Σιλβάνα, πέρασε το ορθωμένο πέος του ανάμεσα στους μηρούς της, και αφέθηκε στα χάδια της Γιάννας, που τώρα φιλούσε και έγλειφε ταυτόχρονα και τους δύο. Η Γιάννα έβγαλε από το εσώρουχό της ένα προφυλακτικό, το έβαλε στο στόμα της και το πέρασε στο αντρικό πέος χωρίς να το ακουμπήσει με τα χέρια της. Ύστερα άνοιξε με τα δάχτυλά της τον καυτό κόλπο της φίλης της και έκανε νόημα στον Γιώργο, που μπήκε μέσα της με μια βίαιη κίνηση, που έκανε τη Σιλβάνα να ουρλιάξει ηδονικά. Γύρισε το κεφάλι της και τον κοίταξε ανασαίνοντας βαθιά. Ο Γιώργος συνέχιζε να της κάνει έρωτα με αμείωτο ρυθμό, χτυπώντας βίαια την κοιλιά του στους γλουτούς της.

«Έτσι, αγάπη μου. Μη με λυπάσαι… Γάμα με… Γάμα με δυνατά!» τον παρακάλεσε ξέπνοα.

Ο Γιώργος τράβηξε δυνατά τα μαλλιά της και τα κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά του, αναγκάζοντας τη να γυρίσει το κεφάλι της μπροστά αναστενάζοντας βαθιά. Αν συνέχιζαν να τον κοιτάνε αυτά τα υπέροχα πράσινα μάτια της, όλη η βία θα πήγαινε περίπατο και το ήξερε. Η Σιλβάνα έβγαλε ένα παραπονιάρικο βογκητό και κρέμασε το κεφάλι της μπροστά. Ο Γιώργος είχε βγει από μέσα της απότομα και είχε απομακρυνθεί προς το μισοσκόταδο. Η Γιάννα την κοίταξε και, χωρίς να σταματήσει, συνέχισε να γλείφει την κλειτορίδα της αντικαθιστώντας το αντρικό όργανο με τρία δάχτυλα του δεξιού της χεριού. Η Σιλβάνα είχε αρχίσει να μπαίνει και πάλι σε τελική ευθεία οργασμού όταν…

Ξαφνικά όλα σταμάτησαν και η Γιάννα σηκώθηκε όρθια μπροστά στην έκπληκτη φίλη της. Προσπάθησε να κοιτάξει πίσω της, αλλά η Γιάννα δεν την άφησε. Κράτησε με το αριστερό της χέρι το κεφάλι της φίλης της και την πήρε στην αγκαλιά της. Ένα ανεπαίσθητο σφύριγμα ακούστηκε και η Σιλβάνα έχασε την επαφή με την πραγματικότητα, καθώς δεκατέσσερις λεπτές δερμάτινες λωρίδες χτύπησαν –χωρίς πολλή δύναμη– διαδοχικά το εσωτερικό των μηρών και το ήδη τρεμάμενο από ερεθισμό κέντρο της. Άνοιξε το στόμα της να φωνάξει, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να βγάλει μια βραχνή κραυγή ανεξέλεγκτης ηδονής.

Το δεύτερο σφύριγμα ήταν λίγο δυνατότερο και χτύπησε και τις δύο ερωμένες ταυτόχρονα, καθώς ήταν αγκαλιασμένες. Το νερό είχε ποτίσει τώρα τις δερμάτινες λωρίδες κάνοντας τες να κολλάνε στο γυμνό υγρό σώμα, πολλαπλασιάζοντας την υπέροχη αίσθηση, καθώς ο Γιώργος συνέχιζε να το χρησιμοποιεί. Δεν υπήρχε πόνος, δεν υπήρχαν σημάδια της χρήσης του μαστίγιου. Το θέμα δεν ήταν να πονέσει για να νιώσει ηδονή. Όλο το θέμα με το δέσιμο, τις αλυσίδες και το μαστίγιο ήταν να πειστεί ο εγκέφαλος ότι συμμετείχε σε σενάριο και να απελευθερώσει τα χημικά συστατικά που χρειάζεται για την ευχαρίστηση. Αυτά δε γίνονται χωρίς εκπαίδευση και των δύο συμμετεχόντων. Και του θύτη και του θύματος.

Τώρα που η έκπληξη είχε περάσει, η Γιάννα την άφησε από την αγκαλιά της και πέρασε πίσω της, ώστε να αφήσει τον Γιώργο να συνεχίσει και τη Σιλβάνα να μπορεί να τον βλέπει καθώς της το κάνει.

Η Μαριάννα ψηλά στην αίθουσα ελέγχου παρακολουθούσε το θέαμα συνεπαρμένη. Ήξερε πολύ καλά τι θα συνέβαινε· το είχε ζήσει και αυτή πολλές φορές. Όλα τα σενάρια που έδειχναν σε καλεσμένες, τα είχαν παίξει πρώτα οι τέσσερις του σπιτιού, ώστε να είναι σίγουροι για τα αποτελέσματα, πριν τα εφαρμόσουν αλλού. Ήξερε, λοιπόν, πολύ καλά τη συνέχεια. Πάτησε τον διακόπτη και τέσσερα μηχανήματα καπνού άρχισαν να γεμίζουν το πάτωμα του ατελιέ με άσπρο σαν σύννεφο καπνό, κάνοντας τη σκηνή ονειρική.

Η Γιάννα έκρινε πως ήταν η ώρα και με αργές κινήσεις προχώρησε μπροστά από τη Σιλβάνα, γονάτισε μπροστά στον Γιώργο και πήρε το πέος του στο στόμα της.

Η Σιλβάνα δεν άντεχε άλλο. Ολόκληρο το είναι της ζητούσε τώρα πια απεγνωσμένα ολοκλήρωση. Το σκηνικό, τα εφέ και ό,τι άλλο βίωνε μέχρι εκείνη τη στιγμή έκαναν το κορμί της να τρέμει από προσμονή. Και τώρα έβλεπε τη Γιάννα να του κάνει στοματικό μπροστά της!

Οι δύο Ξεχωριστοί αποφάσισαν πως είχε έρθει η ώρα να δώσουν στη φίλη τους ό,τι ακριβώς ευχόταν, όταν πέρασε το κατώφλι της έπαυλης. Η Γιάννα σηκώθηκε και πήρε ξανά τη θέση της, μπροστά και ανάμεσα στα πόδια της φίλης της. Ο Γιώργος πέρασε καινούριο προφυλακτικό στο πέος του και ξαναπήρε τη θέση του πίσω από τη Σιλβάνα, που έκλεισε τα μάτια της περιμένοντας ανακουφισμένη το μεγάλο φινάλε στο γλυκό της μαρτύριο. Και δε διαψεύστηκε. Ο Γιώργος έβαλε απαλά το ορθωμένο του πέος στη στενή δίοδο των γλουτών της και έμεινε ακίνητος.

Η Σιλβάνα νόμιζε ότι το σώμα της θα εκραγεί από τον ερεθισμό. Προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να κουνήσει τους γλουτούς της κατά μήκος του πέους του. Ο Γιώργος πέρασε το χέρι του κρατώντας την κοιλιά της κολλημένη δυνατά επάνω του, περιορίζοντας τις κινήσεις της, για να μην τραυματιστεί. Η Σιλβάνα άρχισε στην αρχή να παρακαλεί τον Γιώργο να κινηθεί μέσα της. Αφού είδε ότι αυτό δεν είχε αποτέλεσμα άρχισε να βρίζει, φωνάζοντάς του πρόστυχα στη μητρική της γλώσσα. Ούτε αυτό όμως είχε το αποτέλεσμα που ήθελε και σύντομα εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια. Η Γιάννα κοίταξε χαμογελαστή τον Γιώργο, που είχε παραμείνει στη θέση του.

«Άσ’ τη σ’ εμένα, μωρό μου. Κοίτα για πότε θα σκάσει!» του είπε και έβαλε με προσοχή τα τρία μεσαία δάχτυλα του δεξιού της χεριού μέσα της σε σχήμα Midas touch.

Ύστερα κοίταξε τη φίλη της που είχε σταματήσει να φωνάζει πια. Η Σιλβάνα ήδη ταξίδευε σε άλλη διάσταση.

«Ήρθε η ώρα να τελειώσεις, αγάπη μου!» της είπε στα Αγγλικά, κούνησε τα δάχτυλά της χτυπώντας βίαια αλλά με προσοχή το σημείο G και τα κράτησε εκεί ακίνητα.

Η Σιλβάνα άνοιξε τα μάτια της διάπλατα. Το στόμα της έμεινε μισάνοιχτο και τα χείλη της έτρεμαν. Αντί για κραυγή, βγήκε από το στόμα της ένα παραπονιάρικο μακρόσυρτο μείγμα, από ακατάληπτες –σε οποιαδήποτε γλώσσα– λέξεις.

Η Γιάννα άρχισε να κινεί τα δάχτυλά της βίαια αλλά προσεκτικά, χτυπώντας κάθε φορά που τελείωνε η κίνηση το ευαίσθητο σημείο. Ταυτόχρονα έγλειφε με κυκλικές κινήσεις της γλώσσας της την κλειτορίδα της.

Η Σιλβάνα ένιωσε ότι το σώμα της ζητούσε επειγόντως τουαλέτα, αλλά δεν είπε τίποτα. Με εμπειρία δύο χρόνων στο Ξεχωριστό σεξ, είχε μάθει πια ότι αυτό που ένιωθε δεν ήταν ανάγκη για ούρηση. Ήταν προάγγελος του squirting, ενός από τα πιο βίαια και εντυπωσιακά ξεσπάσματα του γυναικείου ερωτισμού. Ο συνδυασμός των δαχτύλων της Γιάννας μπροστά με το αντρικό πέος που παρέμενε ακίνητο βαθιά ανάμεσα στους γλουτούς της ήταν ανυπόφορα ηδονικός.

Ο συσσωρευμένος από ώρα ερωτισμός της βρήκε επιτέλους διέξοδο. Έγειρε το κεφάλι της και κοίταξε το όμορφο πρόσωπο της ώριμης δασκάλας της. Τα μεγάλα γαλάζια μάτια της Γιάννας την κοίταζαν με πάθος, προσμένοντας το ηδονικό ξέσπασμα. Η Σιλβάνα αισθάνθηκε έναν παφλασμό να σκάει μέσα της και μετά…

Η Γιάννα δέχτηκε το βίαιο κύμα στο πρόσωπό της και έμεινε ακίνητη περιμένοντας να τελειώσει το ερωτικό ξέσπασμα. Την ίδια στιγμή, η Σιλβάνα βίωνε την απόλυτη εμπειρία ουρλιάζοντας σε όλες τις οκτάβες που μπορούσε να φτάσει η φωνή της, καθώς μετά από το squirting ακολούθησε ένας ακόμα πιο βίαιος διπλός οργασμός. Ο Γιώργος προσπαθούσε να συγκρατήσει το νεανικό της σώμα που χτυπιόταν επάνω του, καθώς τίναζε τα δεμένα στις αλυσίδες άκρα της. Τα τινάγματα κουνούσαν τα δάχτυλα και το αντρικό πέος μέσα της παρατείνοντας την ευχαρίστηση σε επίπεδα που η νεαρή τραγουδίστρια δεν είχε ξαναφτάσει ποτέ στη ζωή της. Σιγά σιγά τα τινάγματα έχασαν τη βιαιότητά τους, μέχρι που σταμάτησαν εντελώς, επιτρέποντας στη Σιλβάνα να ηρεμήσει.

Ο Γιώργος την κράτησε και πάλι στην αγκαλιά του. Το κεφάλι της ξεκουραζόταν τώρα στον δεξί του ώμο τελείως χαλαρό. Εκείνη έκλεισε τα μάτια της και προσπαθούσε να ρυθμίσει την ακανόνιστη αναπνοή της, την οποία διέκοπταν πού και πού μικρά αναφιλητά. Οι ψιχάλες έπεφταν τώρα στο ήρεμο πρόσωπό της δροσίζοντάς την.

Η Γιάννα σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τη νεαρή της φίλη. Κάτι δεν έμοιαζε να πηγαίνει καλά. Η Σιλβάνα ήταν πολύ χαλαρή, φαινόταν σαν να μην επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Ανήσυχη έκανε νόημα στον Γιώργο να συνεχίσει να την κρατάει και σηκώθηκε όρθια μπροστά της.

«Τι συμβαίνει, αγάπη μου; Πονάς πουθενά; Τι έχεις;» τη ρώτησε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.

Ταυτόχρονα έκανε νόημα στη Μαριάννα να σταματήσει τα εφέ. Η Μαριάννα υπάκουσε αμέσως και, αφού έκλεισε τα μηχανήματα, κατέβηκε και εκείνη ανήσυχη στο κλουβί.

Η Σιλβάνα δεν απάντησε αμέσως. Προσπαθούσε ακόμη να βρει τον φυσιολογικό ρυθμό στην αναπνοή της. Άνοιξε τα μάτια της και είδε τη Γιάννα όρθια μπροστά της και τον Γιώργο να λύνει τα χέρια και τα πόδια της και δεν καταλάβαινε γιατί!

«Όχι…Τι κάνεις; Γιατί σταματήσατε; Ήταν μαγικό! Θέλω και άλλο!» διαμαρτυρήθηκε όταν μπόρεσε να μιλήσει.

«Γλυκιά μου καρδιά, δε φαινόσουν καλά, ανησύχησα!» της απάντησε η Γιάννα και γέλασε ανακουφισμένη.

«Απλώς λίγο κουρασμένη αισθάνομαι και πονάνε λίγο οι κοιλιακοί μου. Αλλά δεν έχει τίποτα σημασία. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι!»

Η Γιάννα κούνησε το κεφάλι της πειράζοντάς την. Το πνεύμα πρόθυμο αλλά η σάρκα ασθενής. Το συνεχές τρεμούλιασμα και η συνεχώς αυξανόμενη ένταση των ερεθισμάτων δεν άφηναν τους μυς του σώματός της να ξεκουραστούν. Έτσι έχαναν πολύ γρήγορα την ενέργεια που χρειάζονταν. Το ότι το σεξ χρειάζεται και φυσική κατάσταση το ήξεραν οι δύο εραστές από χρόνια. Γι’ αυτό άλλωστε ο χορός και η γυμναστική ήταν γι’ αυτούς καθημερινή σχεδόν ασχολία.

«Θες γυμναστική! Το ξέρεις, βέβαια» τη μάλωσε η Γιάννα αγκαλιάζοντάς τη μόλις ελευθερώθηκε.

«Το ξέρω, γλυκιά μου, το ξέρω και σ’ το υπόσχομαι. Θα.. συνεχίσουμε; Θέλω και άλλο… Θέλω να το ξανανιώσω, ήταν τόσο υπέροχο!» γκρίνιαξε, καθώς έβγαζε το βρεγμένο της φουστάνι, για να φορέσει το μπουρνούζι, που της είχε φέρει στο μεταξύ η Μαριάννα.

«Φυσικά, ομορφιά μου. Έχουμε όλη τη νύχτα δική μας, για να κάνουμε έρωτα» της απάντησε ο Γιώργος και τη σήκωσε στην αγκαλιά του, με κατεύθυνση το ασανσέρ, που οδηγούσε στην κεντρική κρεβατοκάμαρα της έπαυλης.

«Ουάου. Σαν πρώτη νύχτα γάμου, ε;» αναφώνησε η Σιλβάνα χαρούμενη.

«Τέτοια μη λες και σε δαγκώσω, Ιταλάκι του κερατά!» της είπε στα Ελληνικά η Μαριάννα μεταξύ σοβαρού και αστείου και οι τρεις Έλληνες ξέσπασαν σε γέλια, αφήνοντας με την απορία την έκπληκτη Σιλβάνα, που ρωτούσε συνέχεια να μάθει τι είχε πει.

Η Γιάννα έριξε μια τελευταία ματιά στο ατελιέ, πριν κλείσει το φως και φύγει και εκείνη προς την κρεβατοκάμαρα.

«Τα αξίζεις τα εκατομμύρια που στοίχισες!» φώναξε χαρούμενη, μπήκε στο ασανσέρ και έκλεισε την πόρτα πίσω της.



[1] Εύθραυστος