Οι Ξεχωριστοί - Λάχεσις (Κεφάλαιο 29) [+18]

Σαράντα λεπτά αργότερα, ένας γελαστός Ρόμπερτ την υποδεχόταν στην είσοδο της βίλας του στο Βερλαίν. Αυτή η βίλα ήταν το πατρικό του και ήταν το μόνο περιουσιακό του στοιχείο που δεν ήταν υποθηκευμένο στις τράπεζες. Γι’ αυτό το σπίτι και για να μην αναγκαστεί να αποχωριστεί την πλούσια ζωή που είχε συνηθίσει είχε δεχτεί τη –μοναδική άλλωστε– επιλογή που είχε, όταν τον στρίμωξε ο Αλέν ζητώντας τα χρήματά του.

«Καλώς ήρθες, αγάπη μου!» της είπε καθώς έπαιρνε από τα χέρια της τη βαλίτσα που κρατούσε. «Σαν στο σπίτι σου. Η γυναίκα μες στην κουζίνα είναι η κυρία Σολάνζ. Ό,τι θελήσεις έχει οδηγίες να σ’ το προσφέρει. Εγώ πάω να κανονίσω κάτι δουλειές της τελευταίας στιγμής και μετά, μωρό μου, θα είμαι δικός σου!» Ο Ρόμπερτ τελείωσε τη φράση του και, αφού της έδωσε ένα πεταχτό φιλί, κατευθύνθηκε βιαστικά προς το γκαράζ της βίλας.

Η Στέλλα περίμενε να φύγει και έκανε έναν μορφασμό δυσαρέσκειας. Την προηγούμενη φορά που είχαν έρθει στη βίλα ήταν μόνοι τους. Πού βρέθηκε τώρα η οικονόμος;

Τρία μόλις βράδια πριν, είχαν πάει για δείπνο και μετά τον είχε ακολουθήσει στο σπίτι του. Ήταν καλή ευκαιρία να κατοπτεύσει τον χώρο που θα δρούσε, ώστε να μπορεί να σχεδιάσει την τελική φάση. Όπως ήταν φυσικό, εκείνος την είχε ξεναγήσει σε όλο το σπίτι. Περνώντας από το καθιστικό –που χρησιμοποιούσε και ως γραφείο του– η Στέλλα είχε βρει αυτό που αναζητούσε. Το εντοιχισμένο χρηματοκιβώτιο ήταν πίσω από το γραφείο του και άνοιγε ηλεκτρονικά με έναν συνδυασμό τεσσάρων ψηφίων από τα εννέα που είχε το πληκτρολόγιό του. Όλα θα ήταν πιο εύκολα αν ήταν οι δυο τους μες στο σπίτι.

«Καλησπέρα σας, η κυρία Σολάνζ, αν δεν κάνω λάθος;» είπε στην ηλικιωμένη οικονόμο, επιστρατεύοντας όλη της την ευγένεια.

«Ναι, κορίτσι μου. Και εσένα; Πώς σε λένε;»

«Εστέλ, χαίρομαι πολύ».

«Λοιπόν, Εστέλ, τι θα ήθελες να σου φτιάξω; Είναι νωρίς για φαγητό. Καφέ με κρουασάν και βούτυρο;»

«Όχι, μην ενοχλείστε, απλώς θα ήθελα να σας ρωτήσω αν υπάρχει κάποιος υπολογιστής στο σπίτι. Θέλω να παρακολουθήσω κάποιες μετοχές στο χρηματιστήριο και, αφού λείπει και ο Ρόμπερτ, θα ήταν καλή ευκαιρία. Μετά θα είμαστε μαζί και καταλαβαίνετε, δε θα ήταν σωστό!» Η Στέλλα πρόφερε την τελευταία πρόταση με τόση γλύκα, που η ηλικιωμένη υπηρέτρια δεν κρατήθηκε να μη γελάσει.

«Ναι, κορίτσι μου, καταλαβαίνω. Ήμουν και εγώ νέα κάποτε και ήμουν σαν και εσένα. Λοιπόν, υπολογιστή θες. Στο καθιστικό, στο γραφείο του Ρόμπερτ έχει. Θα κάνουμε μια συμφωνία όμως. Εσύ θα φας τα κρουασάν που θα φέρω και εγώ μετά δε θα σε ξαναενοχλήσω μέχρι να τελειώσεις. Εντάξει; Σύμφωνοι;» της είπε γελαστά και έπειτα έκανε μεταβολή και χάθηκε προς την κουζίνα.

Η Στέλλα χαμογέλασε πονηρά. Τα πράγματα πήγαιναν ακριβώς όπως τα ήθελε. Ευχαριστημένη με τον εαυτό της ανέβηκε τα σκαλιά και προχώρησε στον διάδρομο που οδηγούσε στο γραφείο του Ρόμπερτ.

«Λοιπόν, διακόπτης στο stand by, bluetooth ανοιχτό... ΟΚ» μονολόγησε για να μην τα ξεχάσει.

Η μικροκάμερα ήταν ενεργοποιημένη και έτοιμη να καταγράψει, μόλις λάμβανε σήμα. Τώρα έπρεπε να τη βάλει σε μια θέση που να διαβάζει το καντράν χωρίς να μπαίνει μπροστά το σώμα του Ρόμπερτ. Η Στέλλα κοίταξε γύρω της. Όλο το γραφείο έμοιαζε να είναι φτιαγμένο για κατασκόπους και κρυψώνες. Η τεράστια βιβλιοθήκη στο διπλανό από το χρηματοκιβώτιο τοίχο ήταν ό,τι έπρεπε. Παραμέρισε δύο βιβλία κάνοντας χώρο για τη μικρή κάμερα και άνοιξε το κινητό της στο πρόγραμμα ελέγχου της κάμερας από μακριά. Ρύθμισε την εικόνα και την έκλεισε.

Όλα τώρα ήταν έτοιμα για την παγίδα που θα έστηνε στην αγάπη της.

Ετοιμαζόταν να φύγει από το γραφείο, όταν ξαφνικά κοντοστάθηκε. Και αν ο Ρόμπερτ μάθαινε από την υπηρέτρια ό,τι της είχε ζητήσει και πήγαινε να ελέγξει τον υπολογιστή του; Θα φαινόταν ότι δεν τον είχε χρησιμοποιήσει.

Γύρισε στο γραφείο, τον άνοιξε και μπήκε στο ίντερνετ. Θυμόταν από έναν πελάτη της που παρακολουθούσε χρηματιστήριο –ακόμα και όταν έκαναν έρωτα– μια διεύθυνση παρακολούθησης μετοχών την οποία έγραψε στην αντίστοιχη μπάρα. Πάτησε το enter και άφησε τη σελίδα ανοιχτή. Δεν ήξερε τίποτα από μετοχές. Έτσι διάλεξε στην τύχη μία που της άρεσε σαν όνομα –μιας και τέλειωνε σε enterprises– σημείωσε την αξία που έγραφε στην οθόνη και έκλεισε τα πάντα. Τώρα στο ιστορικό θα ήταν καταγεγραμμένη η κίνησή της. Και να κοίταζε ο Ρόμπερτ, δε θα υποψιαζόταν τίποτε. Όταν, βέβαια, εκείνη κατάφερνε να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο, ο Ρόμπερτ θα τα καταλάβαινε όλα, αλλά θα ήταν αργά πια!

Η Στέλλα είχε κατέβει τα μισά σκαλοπάτια προς το καθιστικό, όταν άκουσε τη φωνή του Ρόμπερτ που την έψαχνε. Οπλίστηκε με το πιο γλυκό της χαμόγελο και έτρεξε κοντά του.

«Εδώ είμαι, αγάπη μου… Γύρισες κιόλας;» του είπε και χώθηκε στην αγκαλιά του φιλώντας τον με πάθος.

«Ναι, μωρό μου, είχα κάτι δουλειές να τελειώσω με έναν φίλο τώρα θα αφοσιωθώ σ’ εσένα και μόνο!» της απάντησε γελαστός και την ξαναπήρε στην αγκαλιά του χαρούμενος.

Η Στέλλα πιάστηκε από την τελευταία του πρόταση για να βρει τη δικαιολογία που ήθελε.

«Μα δεν είμαστε μόνοι μας... Εσύ είχες υποσχεθεί ότι θα ήμασταν οι δυο μας… Τώρα τι θα γίνει, αν θελήσω να ουρλιάξω από ηδονή καθώς θα κάνουμε έρωτα; Θα πρέπει να σκέφτομαι την κυρία Σολάνζ και το τι θα ακούει; Και εγώ –από ό,τι είδες αυτές τις μέρες– φωνάζω πάρα πολύ έτσι που με γαμάς, πρόστυχο μωρό μου!» του είπε παραπονιάρικα κοιτώντας τον πονηρά.

Ο Ρόμπερτ δεν απάντησε· δε θα μπορούσε να της χαλάσει άλλωστε χατίρι. Απλώς κάλεσε την ηλικιωμένη οικονόμο στο καθιστικό.

«Τι ώρα θα είναι έτοιμο το φαγητό, κυρία Σολάνζ;» τη ρώτησε κοιτώντας τη Στέλλα που του χαμογελούσε παιχνιδιάρικα, περιμένοντας να δει τι θα κάνει.

«Σε μισή ώρα περίπου, κύριε Ρόμπερτ» του απάντησε εκείνη.

«Ωραία… Μόλις ετοιμαστεί δε θα σας χρειαστούμε άλλο, μπορείτε να φύγετε. Θα πληρωθείτε κανονικά ολόκληρη τη μέρα».

Η Μαντάμ Σολάνζ χαμογέλασε πονηρά στη Στέλλα και έφυγε προς την κουζίνα.

«Ευχαριστημένη τώρα; Έτσι θα μπορείς να φωνάξεις όσο δυνατά θέλεις, ομορφούλα μου!»

Η Στέλλα πλησίασε ξανά κοντά του με ύφος γεμάτο υποσχέσεις. Το αριστερό της χέρι κατέβηκε χαμηλά και πέρασε μέσα από το άνοιγμα του παντελονιού του αγγίζοντας με τα νύχια της τη γυμνή του σάρκα, που την αισθάνθηκε να τινάζεται σκληραίνοντας.

«Θέλω και κάτι άλλο, αγάπη μου» του είπε χωρίς να σταματήσει το ηδονικό της παιχνίδι.

Έσκυψε επάνω του και δάγκωσε βίαια τα χείλη του.

«Έχω φέρει μαζί μου μερικά κοσμήματα, για να φορέσω όταν βγούμε έξω. Πες με τρελή, παρανοϊκή, πες με ό,τι θέλεις, αλλά… είναι οικογενειακά κειμήλια, είναι αξίας, και δε θέλω να τα έχω στην τσάντα μου μέχρι να τα φορέσω. Μπορείς να τα ασφαλίσεις κάπου, μωρό μου;» τον παρακάλεσε, επιστρατεύοντας όλη της τη γοητεία.

«Φυσικά, αγάπη μου, δώσ’ τα μου να τα κλειδώσω στο συρτάρι του γραφείου. Θα είναι ασφαλή εκεί! Δώσ’ τα μου» της απάντησε εκείνος χαμογελαστός.

«Σε συρτάρι; Όχι… Όχι σε συρτάρι! Θέλω να τα νιώθω ασφαλή. Σου είπα, είμαι τρελή με αυτά, σε παρακαλώ! Κάτι πιο ασφαλές».

«Εντάξει, θεότρελή μου αγάπη. Δώσε μου τα να τα βάλω στο χρηματοκιβώτιο. Εκεί δεν πιστεύω να φοβάσαι, ε;» της απάντησε κάνοντας έναν μορφασμό ανυπομονησίας.

Η Στέλλα τού χαμογέλασε γλυκά και, ανοίγοντας την τσάντα της, του έδωσε δύο πλήρη σετ κοσμημάτων. Ο Ρόμπερτ τα πήρε στα χέρια του και τα κοίταξε προσεκτικά. Η εμπλοκή του με την υψηλή κοινωνία του Παρισιού τού είχε δώσει τη δυνατότητα να ξεχωρίζει τα αληθινά κοσμήματα από τα ψεύτικα. Και αυτά φαίνονταν αληθινά και φυσικά ακριβά.

«Είναι πολύ όμορφα! Αλήθεια, τι δουλειά είπαμε ότι κάνεις εσύ, γλυκιά μου;» τη ρώτησε γεμάτος περιέργεια.

«Α, εγώ τίποτα. Ο πατέρας μου έχει χρηματιστηριακό γραφείο στην Αμβέρσα και ανταλλάσσει και πολυτίμους λίθους!» του είπε απλά.

Ο Ρόμπερτ ξανάκλεισε τις δερμάτινες θήκες με το οικόσημο και έφυγε προς τον διάδρομο.

Έχει λεφτά το κοριτσάκι, ε; σκέφτηκε ευχαριστημένος καθώς βάδιζε προς το γραφείο του.

Ενδιαφέρουσα προοπτική. Θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί προς όφελός του. Ήδη το σχέδιο σχηματιζόταν στο μυαλό του. Έφτασε στο γραφείο του, πληκτρολόγησε τον συνδυασμό και άνοιξε το χρηματοκιβώτιο. ΄Έβαλε τα κοσμήματα της Στέλλας σε μια θήκη, το έκλεισε και έκανε μεταβολή, κατευθυνόμενος προς την κεντρική κρεβατοκάμαρα.

Απέναντι από το μεγάλο διπλό κρεβάτι, υπήρχε μια τεράστια εντοιχισμένη ντουλάπα που κάλυπτε όλο τον απέναντι τοίχο. Ανάμεσα στα κανονικά φύλλα της ντουλάπας ήταν κρυμμένη μια θήκη, που έκρυβε έντεχνα μια μικρή ψηφιακή κάμερα με τηλεχειριστήριο. Και αυτή η κάμερα έβλεπε κατευθείαν στο κρεβάτι. Την άνοιξε και πάτησε στο τηλεκοντρόλ την ένδειξη stand by. Έπειτα έκλεισε τη θήκη και έφυγε προς το ισόγειο. Το σχέδιο εκβιασμού ήταν έτοιμο. Η μικρή ή ο πατέρας της θα πλήρωναν αρκετά χρήματα, για να μη βγουν οι ερωτικές επιδόσεις της στο ίντερνετ.

Την ίδια στιγμή, στην κουζίνα, η Στέλλα πάτησε το play στο κινητό της χαμογελώντας θριαμβευτικά. Βρήκε το σημείο που ήθελε και το ξαναέκλεισε γρήγορα αποστηθίζοντας τον τετραψήφιο κωδικό που είχε πληκτρολογήσει ο Ρόμπερτ πριν από λίγο σε ζωντανή μετάδοση. Το δεύτερο μέρος του σχεδίου της είχε πετύχει. Όσο για το τρίτο μέρος, δε βιαζόταν. Την επόμενη μέρα θα έβρισκε μια ευκαιρία και θα έπαιρνε τα κοσμήματά της και ό,τι άλλο χρειαζόταν από το χρηματοκιβώτιο, χωρίς καν να κινήσει υποψίες. Όταν θα το καταλάβαινε ο Ρόμπερτ, εκείνη θα ήταν ήδη μακριά. Για την ώρα θα απολάμβανε τη φιλοξενία και τον έρωτά του όσο μπορούσε καλύτερα.

«Μωρό μου, πού είσαι; Θα ‘ρθεις να φάμε επιτέλους; Πείνασα!»

Ο Ρόμπερτ είχε καθίσει ήδη στο σερβιρισμένο τραπέζι και τη φώναζε. Η μαντάμ Σολάνζ είχε μόλις φύγει και τώρα ήταν οι δυο τους μόνοι στο σπίτι.

«Έρχομαι, μωρό μου. Να αλλάξω μια στιγμή και σου ‘ρχομαι. Ξεκίνα εσύ, μη με περιμένεις» του απάντησε εκείνη και ανέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην κρεβατοκάμαρα.

Άνοιξε τη βαλίτσα και έβγαλε από μέσα ένα μπορντό δαντελωτό κορμάκι. Πήγε στον μεγάλο καθρέφτη του δωματίου και γδύθηκε με γρήγορες κινήσεις. Έπειτα φόρεσε το κορμάκι, μαζί με ένα διχτυωτό καλσόν και δωδεκάποντες κατακόκκινες μπότες. Δάγκωσε πονηρά τα χείλη της, καθώς κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη απέναντι. Αυτό που έβλεπε την αναστάτωνε. Δεν είχε καμιά όρεξη για φαγητό. Όλο αυτό το κατασκοπικό παιχνίδι, ο κίνδυνος και η αγωνία της να πετύχει είχαν εξάψει τις αισθήσεις της. Μια γλυκιά ανατριχίλα είχε απλωθεί ανάμεσα στα πόδια της, κάνοντας τη να τρέμει. Κοίταξε την τσάντα της και χαμογέλασε πονηρά.

«Έλα, μωρό μου, επιτέλους… Πού–» η πρόταση κόπηκε απότομα καθώς γύρισε να κοιτάξει προς το μέρος που άκουγε τα ελαφρά βήματα της ερωμένης του.

«Είσαι πανέμορφη… Είσαι…» Ούτε αυτήν την πρόταση κατάφερε να ολοκληρώσει, καθώς η Στέλλα τού έκανε νόημα με το δάχτυλό της να σταματήσει να μιλάει.

Τον πλησίασε και χωρίς να μιλήσει γονάτισε και πέρασε κάτω από το τραπέζι προς το μέρος του. Έφτασε ανάμεσα στα πόδια του και ακούμπησε το κεφάλι της στο πέος του, τρίβοντας την περιοχή με το πρόσωπό της. Ο Ρόμπερτ αισθάνθηκε το πέος του να τινάζεται μέσα από το παντελόνι του, αλλά δεν κουνήθηκε. Η Στέλλα έβγαλε έξω τη γλώσσα της, σήκωσε με αυτή το φερμουάρ του παντελονιού του και το δάγκωσε σφιχτά κατεβάζοντας ταυτόχρονα το κεφάλι της. Ο Ρόμπερτ απλώς χαλάρωσε στην καρέκλα του και την άφησε να φτιάξει το σενάριό της.

Η ειρωνεία ήταν ότι, για να μην καρφωθεί η Στέλλα ότι ήταν εκπαιδευμένη Ξεχωριστή και κινήσει υποψίες, έπρεπε να κάνει την αδέξια συνηθισμένη. Η Γιάννα το είχε τονίσει ιδιαίτερα.

Έπιασε με το χέρι της το ορθωμένο του πέος και το έβαλε στο στόμα της. Έτσι, τελείως απλά. Χωρίς να βγάλει σάλιο, χωρίς να το χαϊδέψει ή να παίξει μαζί του. Έκανε ακριβώς ό,τι θα έκανε οποιαδήποτε συνηθισμένη ερωμένη, που νόμιζε πως έτσι ικανοποιούσε τον σύντροφό της. Μετά κατέβασε το κεφάλι της απότομα, στέλνοντας άτσαλα το αντρικό πέος βαθιά στο λαρύγγι της, όπως απαιτούσε το σενάριο της αδέξιας.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και αναγκάστηκε να σηκώσει το κεφάλι της βήχοντας ταυτόχρονα. Το θέαμα μόνο στις πορνό ταινίες –εξυπηρετώντας κάποιο περίεργο αντρικό βίτσιο ίσως– θεωρείται ερωτικό. Στην πραγματικότητα είναι αξιολύπητο. Η Στέλλα ήταν σίγουρη πως μετά από αυτό ο Ρόμπερτ δεν υπήρχε περίπτωση να τη θεωρήσει ούτε κατά διάνοια Ξεχωριστή! Και είχε δίκιο. Το σχέδιο είχε απόλυτη επιτυχία.

Ο Ρόμπερτ την έπιασε απαλά από τους ώμους και τη σταμάτησε. Θεωρούσε τη Στέλλα άλλη μια συνηθισμένη κοπέλα και δεν είχε κανέναν σκοπό να αφήσει μια αδέξια συνηθισμένη να ταλαιπωρείται, και μάλιστα χωρίς επιτυχία.

«Δεν το κάνω καλά, ε; Με συγχωρείς» του είπε εκείνη, δήθεν απογοητευμένη.

Ο Ρόμπερτ τής χαμογέλασε τρυφερά.

«Μια χαρά το κάνεις. Αλλά θέλω να σου κάνω έρωτα!» της απάντησε, προσπαθώντας να μην την αφήσει να αισθανθεί ενοχές.

Η Στέλλα χαμογέλασε πονηρά, και πέρασε τα πόδια της δεξιά και αριστερά από τα δικά του, έτσι όπως εκείνος καθόταν ακόμη στην καρέκλα. Παραμέρισε το λεπτό ύφασμα του εσωρούχου της, έβγαλε ένα προφυλακτικό –που είχε στερεώσει στη σιλικόνη του διχτυωτού καλσόν– το πέρασε στον αντρικό πέος και κάθισε απαλά πάνω του, οδηγώντας το βαθιά μέσα της.

«Τι θα μου κάνεις είπες, μωρό μου; Έρωτα είπες; Ίσως… αργότερα στο κρεβάτι. Τώρα θέλω να με γαμήσεις!» του ψιθύρισε στο αυτί και άρχισε να λικνίζει τη λεκάνη της.

Ο Ρόμπερτ την τράβηξε απότομα κοντά του και έτριψε το πρόσωπό του στο πλούσιο στήθος της, δαγκώνοντας απαλά τις θηλές της. Εκείνη απομάκρυνε απότομα το πρόσωπό του από το στήθος της και τον χτύπησε με την παλάμη της στο μάγουλο, κοιτώντας τον άγρια. Ύστερα έπιασε με το δεξί της χέρι το κεφάλι του και το έτριψε βίαια στο στήθος της.

«Μη με λυπάσαι, μωρό μου. Δάγκωσέ τα… Θέλω να με πον–» Η Στέλλα δεν πρόλαβε να τελειώσει την παράκλησή της, καθώς ο Ρόμπερτ είχε ήδη βάλει τη θηλή της ανάμεσα στα δόντια του και τη δάγκωνε άγρια, τραβώντας την ταυτόχρονα ελαφρά.

Ύστερα σηκώθηκε από την καρέκλα με τη Στέλλα επάνω του, περπάτησε μερικά βήματα και χτύπησε με βία την πλάτη της στον τοίχο. Η Στέλλα ούρλιαξε αγριεμένα και έπλεξε τα πόδια της πιο σφιχτά γύρω από τη μέση του. Ο Ρόμπερτ έμεινε ακίνητος μέσα της, αφήνοντας εκείνη να κατευθύνει τη συνέχεια. Στερέωσε την πλάτη της στον τοίχο και άρχισε να κάνει με το σώμα της κύματα που έσκαγαν χαμηλά στην ερωτική τους ένωση και προκαλούσαν άλλα κύματα, ηδονικά, που απλώνονταν γλυκά σε όλο της το σώμα.

Η Στέλλα επιτάχυνε όλο και περισσότερο. Τα τρυφερά ηδονικά βογκητά, που έβγαιναν από μέσα της στην αρχή, είχαν μετατραπεί σε άγριες κραυγές ηδονικής αγωνίας! Το αχόρταγο κέντρο ευχαρίστησης στον εγκέφαλό της ζητούσε συχνότερα την ηδονική αίσθηση και σε μεγαλύτερη ένταση. Όσο επιτάχυνε, τόσο περισσότερο ζητούσε και η ένταση συνεχώς ανέβαινε.

Ευτυχώς ο εγκέφαλος έχει μια δικλείδα ασφαλείας που την αποκαλούμε οργασμό και λυτρώνει ψυχή τε και σώματι. Και στη Στέλλα η δικλείδα λειτούργησε, δίνοντάς της για μια ακόμα φορά τη ζεστή και γλυκιά εμπειρία του απόλυτου οργασμού. Ο Ρόμπερτ την άφησε λίγο να ηρεμήσει και, παίρνοντάς τη στην αγκαλιά του την άφησε απαλά στον καναπέ και κάθισε δίπλα της χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.

Οι αντιδράσεις της στη διάρκεια του σεξ, τα κύματα με το σώμα και προπαντός ο οργασμός υπερπαραγωγή, θύμιζαν έντονα Ξεχωριστή. Η αλήθεια είναι ότι για λίγο σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά μετά του φάνηκε τόσο απίστευτο που φοβήθηκε ότι θα ακουγόταν γελοίος. Χάρηκε όμως. Η πανέμορφη γυναίκα, που είχε μπει αναπάντεχα στη ζωή του, είχε τελικά προοπτικές να γίνει το λιγότερο εκπαιδευμένη Ξεχωριστή!

Ίσως να έπρεπε να αναβάλλει τα σχέδια του εκβιασμού της για αργότερα. Ίσως είχε έρθει και η στιγμή να κρατήσει μια γυναίκα για σύντροφό του, να την αφήσει έξω από τις βρομοδουλειές του. Το χαμόγελο πάγωσε στο πρόσωπό του στην τελευταία σκέψη. Οι κοπέλες, ο Αλέν! Του είχε πει ότι θα τον έπαιρνε τηλέφωνο και με το σεξ είχε ξεχαστεί. Έσκυψε και φίλησε την υπέροχη γυναίκα, που ήταν καθισμένη δίπλα του στον καναπέ και προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει, και σηκώθηκε κατευθυνόμενος προς την κρεβατοκάμαρά του. Για την ώρα το σχέδιο Εκβιασμός –της συγκεκριμένης κοπέλας– αναβαλλόταν. Άνοιξε τη θήκη, πήρε από μέσα την κάμερα που είχε κρύψει και την έκλεισε χαμογελώντας.

«Πλάκα θα ‘χει να ερωτεύτηκες!» ρώτησε τον εαυτό του περνώντας από τον καθρέφτη. Το επίμονο χτύπημα του κινητού του τον συνέφερε από τις όμορφες σκέψεις περί έρωτος με τον χειρότερο τρόπο.

«Allο! Ναι, Αλέν. Ό,τι ερχόμουν. Ναι… Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί!» απάντησε ο Ρόμπερτ φοβισμένος.

Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και έφυγε βιαστικά χωρίς καν να προλάβει να χαιρετήσει τη Στέλλα.

 

Η Στέλλα είχε συνέλθει πια από τη γλυκιά μέθη και καθισμένη στο τραπέζι περίμενε τον Ρόμπερτ –πιστεύοντας ότι ήταν ακόμη στο σπίτι–, για να φάνε το κρύο πια φαγητό τους.

Όμορφες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της και όλες είχαν ως προϋπόθεση ο Ρόμπερτ να μην έκανε αυτά που έλεγε η Γιάννα. Εκείνης της φερόταν ευγενικά, ήταν αστείος. Την έκανε να γελάει, αλλά ήταν ταυτόχρονα και απίστευτα σέξι. Ένας τέλειος Ξεχωριστός.

Αρκεί να μην…

«Μα πού είναι; Ρόμπερτ… Αγάπη μου, πού είσαι;»

Η Στέλλα είχε αρχίσει να ανησυχεί. Είχε φύγει χωρίς να της πει τίποτα; Δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό. Και τώρα;

«Τώρα, αντί να αναλώνεσαι σε σκέψεις που μπορεί να αποδειχτούν ανέφικτες, κάνε ό,τι είναι να κάνεις μια ώρα αρχύτερα. Έτσι θα σταματήσεις να αναρωτιέσαι και για το ποιον κινδυνεύεις να ερωτευτείς!» μονολόγησε και σηκώθηκε από το τραπέζι, κατευθυνόμενη προς τη σκάλα που οδηγούσε στο γραφείο του.

Έπρεπε να βιαστεί. Ο Ρόμπερτ θα γύριζε ίσως από στιγμή σε στιγμή και μέχρι τότε –τώρα που αποφάσισε να κάνει την κίνησή της– εκείνη έπρεπε να βρίσκεται μακριά. Πολύ μακριά! Ανέβηκε βιαστικά τη σκάλα προς το δωμάτιο που είχε αφήσει τα πράγματά της. Άρπαξε τη βαλίτσα της και κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα προς το γραφείο του Ρόμπερτ.

Μάζεψε τη μίνι κάμερα και άνοιξε το χρηματοκιβώτιο, χρησιμοποιώντας τον τετραψήφιο κωδικό που τώρα πια είχε. Τι απογοήτευση! Μέσα βρήκε γύρω στις τριάντα βιντεοκασέτες, μερικά DVD και τρία στικάκια, όλα με γυναικεία ονόματα γραμμένα πρόχειρα επάνω τους. Ανάμεσα τους είδε και αυτό για το οποίο είχε στηθεί όλη αυτή η παγίδα. Σε ένα κουτί παπουτσιών, ξεχωριστά από τα άλλα ονόματα, η ετικέτα έγραφε: Ενριέτα Νίλσεν. Η Στέλλα άνοιξε προσεκτικά το κουτί για να βεβαιωθεί. Μέσα βρήκε φιλμάκια 8mm, DVD και βιντεοκασέτες. Όλα αυτά που της περιέγραφε η Γιάννα.

«Κάθαρμα!» Η Στέλλα αναστέναξε απογοητευμένη.

Μέσα της είχε μια μικρή ελπίδα πως δε θα τα έβρισκε, πως όλα ήταν παρεξήγηση. Αηδιασμένη, άνοιξε τη βαλίτσα της και πέταξε μέσα ό,τι έγραφε επάνω του γυναικείο όνομα. Η Γιάννα την είχε στείλει αποκλειστικά για τα περιεχόμενα που ανέφεραν την Ενριέτα. Αλλά ήταν σίγουρη ότι, αν η Γιάννα ήξερε τι είχε βρει, θα συμφωνούσε μαζί της και θα της ζητούσε να τα πάρει όλα! Πίσω από τα DVD υπήρχαν μερικές δεσμίδες με χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ και σφηνωμένο ανάμεσά τους ένα μικρό δερμάτινο ημερολόγιο. Το πρόσωπο της Στέλλας φωτίστηκε καθώς άνοιγε το ημερολόγιο. Όλες οι βρομοδουλειές του Ρόμπερτ ήταν γραμμένες μέσα αναλυτικά. Ο Ρόμπερτ είχε προτιμήσει αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο να κρατάει σημειώσεις, καθώς σε ηλεκτρονική μορφή– τώρα πια, με την τεχνολογία των σωμάτων ηλεκτρονικής δίωξης– είχε καταντήσει πιο επικίνδυνο!

Τώρα, μωρό μου, θα σε γαμήσω στ’ αλήθεια! σκέφτηκε ευχαριστημένη, έκλεισε το ημερολόγιο και το έβαλε και αυτό στη βαλίτσα της.

Η επιχείρηση είχε μεγαλύτερη επιτυχία από ό,τι περίμεναν. Η Γιάννα θα πετούσε απ’ τη χαρά της με όσα είχε ανακαλύψει. Η Στέλλα έκλεισε τον σάκο της και ετοιμάστηκε να φύγει. Φτάνοντας στην έξοδο κοντοστάθηκε. Δε θα έφευγε έτσι. Έκοψε ένα όμορφο τριαντάφυλλο από τον κήπο και γύρισε πίσω στο καθιστικό. Ύστερα πήρε από τον εκτυπωτή μια λευκή σελίδα και του άφησε σημείωμα χαμογελώντας χαιρέκακα.

 

Αγαπητέ Ρόμπερτ,

Λυπάμαι πολύ που θα σε απογοητεύσω, αλλά ο πατέρας μου δεν είναι χρηματιστής. Κλείσε, λοιπόν, την κάμερα στο υπνοδωμάτιο, για να κάνεις οικονομία, μιας και από εμένα δεν πρόκειται να έχεις όφελος. Επίσης, επειδή σε λίγο θα χρειαστείς μέχρι και το τελευταίο σεντς που διαθέτεις, δεν πήρα τις δεσμίδες με τα ευρώ που βρήκα μαζί με την υπέροχη συλλογή σου. Ξέρω πόσο θα ήθελες να με προσθέσεις και εμένα σε αυτήν τη συλλογή και λυπάμαι αφάνταστα που δε θα μπορέσω να σε ικανοποιήσω.

Αν έπρεπε να σου δώσω μια συμβουλή, αυτή θα ήταν να εξαφανιστείς όσο γρηγορότερα μπορείς. Οι πάσης φύσεως ακόλουθοι της Ολλανδικής Πρεσβείας θα θέλουν να συζητήσετε κάποια θέματα που προέκυψαν. Φιλάκια πολλά!

Στέλλα-Εκπαιδευμένη Ξεχωριστή

 

Η Στέλλα ξαναδιάβασε το σημείωμα και γέλασε φωναχτά. Της άρεσε ιδιαίτερα το σημείο με την υπογραφή της. Το δίπλωσε στη μέση και το άφησε επάνω στο τραπεζάκι μαζί με το τριαντάφυλλο. Βγήκε από το εξοχικό, μπήκε στο αυτοκίνητό της και έφυγε γρήγορα προς τον δρόμο που οδηγούσε στο Παρίσι. Μες στην εβδομάδα θα έστελνε τα πάντα στην Αθήνα ή θα τα πήγαινε κατ’ ιδίαν.

 

Μισή ώρα αργότερα, ο Ρόμπερτ πάρκαρε το αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι, το κλείδωσε και βγήκε περπατώντας βιαστικά προς την είσοδο. Η μικρή επανάσταση των νεαρών κοριτσιών –για την οποία τον είχε ειδοποιήσει ο Αλέν– κατεστάλη εύκολα με χρήση ναρκωτικών και χειροπέδες. Θα τις άφηναν έτσι, δεμένες και πεινασμένες όλη την υπόλοιπη ημέρα και οποιαδήποτε διάθεση για επαναστάσεις θα έφευγε. Το θέμα τακτοποιήθηκε γρήγορα και ο Ρόμπερτ βιαζόταν να γυρίσει στην όμορφη σύντροφό του, που τον περίμενε έτοιμη να του δώσει ηδονή!

«Στέλλα, μωρό μου, γύρισα! Στέλλα…»

Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Ανέβηκε ανήσυχος τη σκάλα προς την κρεβατοκάμαρα και κοίταξε μέσα. Τα ρούχα και η βαλίτσα της Στέλλας έλειπαν. Ξανακατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα προς την κουζίνα. Περνώντας από το καθιστικό κοντοστάθηκε, καθώς είδε επάνω στο τραπέζι το σημείωμα με το τριαντάφυλλο. Το άνοιξε και το βλέμμα του σκοτείνιασε.

Είχε πέσει σε παγίδα!

Η Στέλλα ήταν πράκτορας και του την είχε φέρει. Πράκτορας, αλλά από ποιον; Έτρεξε προς το γραφείο του ελπίζοντας. Η πόρτα του χρηματοκιβωτίου ήταν ανοιχτή. Και από το σημείο που στεκόταν ο Ρόμπερτ φαινόταν ότι το αρχειακό υλικό που μάζευε για εκβιασμούς είχε κάνει φτερά. Αυτό έγινε μετά από τη συνάντηση που είχε με την Ενριέτα στο ξενοδοχείο της. Η Ενριέτα; Αυτή τον φοβόταν πολύ –ή έτσι έδειχνε τουλάχιστον–, για να συλλάβει και να εκτελέσει τέτοιο σχέδιο εις βάρος του.

Αν δεν υπήρχε η αναφορά της Στέλλας για ακόλουθους της Ολλανδικής Πρεσβείας στο σημείωμα, θα ορκιζόταν ότι ήταν ανακατεμένη για άλλη μια φορά η Ελληνίδα μάγισσα. Στη σκέψη της Γιάννας το πρόσωπό του σκλήρυνε. Αυτά θα τα ξεκαθάριζε όταν θα ήταν ήρεμος. Για την ώρα, η Στέλλα στο σημείωμα είχε δίκιο. Έπρεπε να κρυφτεί μέχρι να αποφασίσει τι θα κάνει. Δεν ήταν μόνο η Ολλανδική πρεσβεία. Ο Αλέν ήταν πολύ πιο επικίνδυνος. Αν μάθαινε ότι είχε χάσει το ημερολόγιο και ότι μέσα σε αυτό ήταν γραμμένες όλες οι βρομοδουλειές τους, ήταν σίγουρα νεκρός.

Ο Ρόμπερτ πάγωσε στη σκέψη του Αλέν. Έβαλε σε έναν σάκο τα χρήματα που του είχε αφήσει στο χρηματοκιβώτιο η Στέλλα, πήρε το διαβατήριο, ένα πιστόλι από το συρτάρι του γραφείου και όσα ρούχα βρήκε μπροστά του και έφυγε από το σπίτι τρέχοντας.

Η εκδίκηση μπορούσε να περιμένει. Αυτό που είχε τώρα σημασία ήταν να παραμείνει ζωντανός.