Οι Ξεχωριστοί - Λάχεσις (Κεφάλαιο 32) [+18]

        Πού είναι πάλι αυτή η ηλίθια; σκέφτηκε η Κατερίνα, καθώς το σταθερό τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα για δεύτερη φορά.

Η Μαριάννα πάλι έλειπε και τώρα ήταν αναγκασμένη να βγει από την πισίνα για να απαντήσει.

«Παρακαλώ… Έλα, Γιώργο μου, καλημέρα… Όχι, όχι, δεν ξύπνησε ακόμη η κόμισσα. Να της πω τίποτα… Μμ; Θα ‘ρθει η Κλέλια; Ναι… Θα της το πω!» απάντησε η Κατερίνα έκπληκτη και έκλεισε το τηλέφωνο.

Κανονικά θα έπρεπε να περιμένει να ξυπνήσει η Γιάννα για να της το πει, αλλά την είχε κυριεύσει η περιέργεια. Κοίταξε διστακτικά προς τον δεύτερο όροφο, το πήρε απόφαση και ανέβηκε τρέχοντας τη σκάλα. Έφτασε έξω από το κεντρικό υπνοδωμάτιο και άνοιξε απαλά την πόρτα. Έψαχνε να βρει τρόπο να την ξυπνήσει απαλά. Πλησίασε στο κρεβάτι και κάθισε στην άκρη του. Έπειτα έσκυψε και φίλησε απαλά το μάγουλο της Γιάννας, που άνοιξε τα μάτια της χαμογελώντας.

«Αλλάξαμε τρόπο ξυπνήματος, μωρό μου, ε! Μπράβο! Τον προτιμώ. Ίσως πρέπει να μένω έγκυος συχνότερα!» της είπε γελώντας και πήρε και πάλι το χρησιμοποιημένο τεστ εγκυμοσύνης στα χέρια της, σαν να μην πίστευε ακόμη ότι το παραθυράκι της γονιμότητας είχε κοκκινίσει το προηγούμενο απόγευμα.

Ναι, δεν ήταν όνειρο. Το τεστ βρίσκονταν εκεί, κοντά της.

«Ήταν ανάγκη… Πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος και είπε… είπε ότι το απόγευμα έχει καλέσει εδώ την Κλέλια.

Δε μου εξήγησε τίποτα, θα τα πείτε εσείς είπε» της είπε η μικρή και σηκώθηκε να φύγει.

Λίγο πριν φτάσει στην πόρτα σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος της Γιάννας.

«Δε μας είπες τελικά. Θα του το πεις, έτσι δεν είναι; Θέλω να πω… πρέπει να το μάθει!» τη ρώτησε διστακτικά θεωρώντας το αυτονόητο.

«Όχι… Δε θα του πει κανείς τίποτα!» της απάντησε η Γιάννα με αυστηρό ύφος, δίνοντάς της να καταλάβει ότι το εννοούσε.

«Έλα; Δεν κατάλαβα… Πλάκα κάνεις, ε;» την ξαναρώτησε μην πιστεύοντας στ’ αυτιά της.

«Δεν κάνω καθόλου πλάκα. Δεν αλλάζει τίποτα η εγκυμοσύνη. Θα συνεχίσει τη ζωή του. Με την Κλέλια ή όποια άλλη θέλει! Και όποια του το πει απολύεται! Και μιλάω σοβαρά όπως βλέπεις!» Ο τόνος της φωνής και το ύφος της δεν επιδέχονταν αντίρρηση.

Οποιαδήποτε συζήτηση απλώς θα τη σύγχυζε και στην κατάστασή της αυτό δεν έπρεπε να συμβαίνει. Η Κατερίνα κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά, έκανε μεταβολή και έφυγε σκεφτική.

«Κάλεσε την Κλέλια; Τα έφτιαξαν τόσο γρήγορα ή έγινε κάτι άλλο; Κάτι έγινε… αλλά τι;» αναρωτήθηκε φωναχτά η Γιάννα και πετάχτηκε από το κρεβάτι βιαστική.

Άνοιξε το κινητό της και τηλεφώνησε στον Γιώργο. Λίγο αργότερα έκλεινε το τηλέφωνο ευχαριστημένη.

«Συμβαίνει τίποτα;» τη ρώτησε η Κατερίνα που είχε στο μεταξύ ξαναέρθει να στρώσει το κρεβάτι.

«Τίποτα, χαρά μου. Όλα πάνε καλά. Απλώς επισπεύδονται λίγο!» της απάντησε γελώντας και έφυγε προς την κουζίνα.

Η Κατερίνα την ακολούθησε να της φτιάξει πρωινό.

«Δε μου λες, μωρό μου…. Η Μαριάννα πού είναι; Λείπει; Είναι να έρθει σήμερα η Μιρέλα; Σου είπε τίποτα;»

«Η Μιρέλα; Α, ναι… Θα έρθει. Η Μαριάννα λέει επίσης ότι η εκπαίδευσή της έχει τελειώσει. Αποκτήσαμε και άλλη Ξεχωριστή!» της απάντησε η μικρή βοηθός ειρωνικά.

«Άσ’ τη Μαριάννα. Εσύ τι λες; Είναι έτοιμη;»

«Ναι, μια χαρά είναι. Τα έχει καταλάβει όλα και έχει μάθει και τα σημεία. Όλα καλά. Τα υπόλοιπα μόνο εμπειρικά μπορεί να τα μάθει».

«Εντάξει… Όταν έρθει τότε, πείτε της ότι τελείωσε η εκπαίδευση και στείλτε την κάτω στο σχεδιαστήριο, σε εμένα. Τα γνωστά… Θα της πείτε να φορέσει ό,τι θέλει, να βαφτεί όπως θέλει, και να χρησιμοποιήσει ό,τι θεωρήσει απαραίτητο για να με σαγηνέψει. Εγώ εννοείται πως δε γνωρίζω τίποτα και θα με αιφνιδιάσει. Είμαι περίεργη να δω τι θα κάνει με εμένα. Α… Και –αν έχετε όρεξη και εσείς, βέβαια– συγκάλεσε Venus 4 μισή ώρα μετά» της είπε η Γιάννα, κλείνοντάς της το μάτι πονηρά.

Η Κατερίνα χαμογέλασε και αυτή το ίδιο σκανταλιάρικα. Venus είχαν καιρό να συγκαλέσουν… Της είχε λείψει.

«Μπα, μπα, μπα… Θα την περάσεις εσύ εξετάσεις; Πώς και έτσι;» τη ρώτησε η Κατερίνα ειρωνικά.

Συνήθως η εκπαίδευση άρχιζε και τελείωνε με τον-την εκπαιδευτή. Της Μιρέλας όμως της το είχε τάξει την πρώτη μέρα που η μικρή αποφάσισε ότι ήθελε να συμμετέχει στον κόσμο των Ξεχωριστών.

«Αυτή μου αρέσει. Από την πρώτη στιγμή που την είδα, την ήθελα!» της απάντησε ειλικρινά.

Η Κατερίνα γέλασε με την τελευταία της παρατήρηση. Σπάνια άκουγε την κυρά της να είναι ενθουσιασμένη με γυναίκα.

«Αλήθεια, ε; Α, δε μου λες, την έχεις δει βαμμένη ξανθιά;» τη ρώτησε, τονίζοντας την τελευταία λέξη.

«Ξανθιά; Πότε τα έκανε ξανθά; Όχι, δεν την έχω δει… Της πάνε;» ρώτησε αιφνιδιασμένη η Γιάννα.

Η Κατερίνα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά δαγκώνοντας τα χείλη της με νόημα.

«Θα δεις, θα δεις!» της απάντησε και έφυγε προς την κουζίνα.

 

Η Μιρέλα μόλις είχε ξυπνήσει και ετοιμαζόταν να κατέβει στην κουζίνα για πρωινό. Τον τελευταίο καιρό είχε συνηθίσει να ξυπνάει νωρίς, για να προλαβαίνει εκείνη τον ταχυδρόμο. Οι λογαριασμοί νερού, ρεύματος και τηλεφώνου περνούσαν –τώρα πια– πρώτα από τα χέρια της. Η επίσημη δικαιολογία της στον Τζίμη ήταν πως ήθελε να τα ελέγχει όλα, για να μη γίνονται σπατάλες άνευ λόγου. Η ειρωνεία ήταν πως ο Τζίμης είχε χαρεί που η Μιρέλα είχε αποφασίσει να παραστήσει την κυρία του σπιτιού και δεν της είχε δώσει σημασία.

«Κάνε ό,τι θες!» της είχε πει απλά.

Και από τότε η Μιρέλα κατέβαινε κάθε πρωί και περίμενε τον ταχυδρόμο με ανυπομονησία. Όσο πιο γρήγορα έβρισκε αυτό που της είχε ζητήσει η Γιάννα, τόσο πιο γρήγορα θα γλίτωνε από τον Τζίμη! Είχε κατέβει τη σκάλα και ετοιμαζόταν να βγει στην αυλή να δει αν το ταχυδρομικό κουτί είχε λογαριασμούς, όταν άκουσε ομιλίες από το γραφείο του Τζίμη. Η Μιρέλα δεν άντεξε. Πλησίασε την κλειστή πόρτα και ακούμπησε το αυτί της στο ξύλο. Άκουσε τον Τζίμη να μιλάει με κάποιον στο τηλέφωνο με τα σπαστά ελληνο-αγγλικά του.

«Hello, Robert! Χαίρομαι που σε ακούω. Τι; Τι έγινε; Σε έκλεψαν; Ποιος σε έκλεψε και τι σου έκλεψε, ρε Ρόμπερτ; Το σημειωματάριο; Είχες και το όνομά μου μέσα σε αυτό; Μπράβο, ρε μαλάκα! Πού είσαι τώρα; Ναι… Φυσικά! Έλα από εδώ. Ναι, ρε, θα σε κρύψω εγώ. Μας υποχρέωσες, μαλάκα!» μονολόγησε στα ελληνικά, καθώς έκλεινε το ακουστικό με δύναμη.

Η Μιρέλα άκουσε την καρέκλα να τραβιέται βίαια, κατάλαβε ότι είχε σηκωθεί ο Τζίμης και φοβήθηκε πως θα την ανακάλυπτε. Απομακρύνθηκε βιαστικά από την πόρτα και κάνοντας μεταβολή κατευθύνθηκε πάλι προς εκείνη. Μόλις έφτασε απ’ έξω, πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό, η πόρτα άνοιξε και ένας μαινόμενος Τζίμης, που έβριζε και φώναζε τον Μιχάλη, τον βοηθό του, φάνηκε.

«Τι είναι, αγάπη μου; Τι έπαθες πρωί πρωί;» τον ρώτησε αγκαλιάζοντάς τον τρυφερά.

Ο Τζίμης έπιασε τα χέρια της και έλυσε την αγκαλιά της απότομα, φωνάζοντας και πάλι τον Μιχάλη.

«Συγγνώμη, μωρό μου, όχι τώρα, έχω δουλειά… Αργότερα! Πήγαινε μέσα. Έχω να μιλήσω με τον Μιχάλη και καλύτερα να μην ξέρεις τίποτα. Είναι πιο υγιές για σένα» της είπε.

«Έλα, Τζίμη, τι είναι; Τι φωνάζεις;» Ο Μιχάλης φάνηκε στην πόρτα του διαδρόμου, τρώγοντας το τελευταίο κομμάτι από το κρουασάν που κρατούσε.

«Μαλακίες του Ρόμπερτ, αυτό έγινε. Πήγε μια πουτάνα και του έκλεψε τα πάντα από το χρηματοκιβώτιο» του απάντησε θυμωμένος και ξαναγύρισε στο γραφείο.

«Ε, και; Τι έγινε; Τι μας νοιάζει εμάς, ρε Τζίμη; Αφού είναι μαλάκας, καλά να πάθει!» του απάντησε εκείνος ακολουθώντας τον.

«Μες στο χρηματοκιβώτιο είχε και το καρνέ που έγραφε όλες του τις συναλλαγές! Και τις δικές μας, ηλίθιε! Πρέπει να προσέχουμε για λίγο καιρό. Ο Ρόμπερτ είναι ήδη στην Αθήνα και με παρακάλεσε να τον κρύψω. Σε μισή ώρα θα είναι εδώ, να δούμε τι θα κάνουμε τώρα πια!» του εξήγησε ανυπόμονα κλείνοντας βίαια την πόρτα.

«Δεν είναι επικίνδυνο να τον κρύψεις εδώ, αφεντικό; Θα μπλέξουμε όλοι αν τον ανακαλύψουν» του απάντησε ο μπράβος, σκουπίζοντας τα χέρια του.

«Δεν κατάλαβες, προτιμώ να τον έχω εδώ. Δε νομίζω να τον ψάχνει η αστυνομία από τώρα. Άλλους φοβάται. Και αυτοί οι άλλοι δε μας ξέρουν εμάς. Στην τελική –αν γίνει επικίνδυνος για εμάς– τον εξαφανίζουμε!» είπε ο Τζίμης όλο νόημα.

 

«Ηλεκτρικό σπιτιού, νερό, τηλέφωνο… Τα ίδια και τα ίδια!» μουρμούρισε η Μιρέλα απογοητευμένη καθώς ξεφύλλιζε την πρωινή αλληλογραφία.

Ξαφνικά είδε έναν φάκελο που δεν είχε ξαναδεί. Ήταν από το Υπουργείο Οικονομικών. Η Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας καλούσε τον κ. Δημήτρη Θεοδωρόπουλο να τακτοποιήσει φορολογικές εκκρεμότητες ενός ακινήτου στο Βαθύ Ευβοίας. Η Μιρέλα χαμογέλασε πονηρά. Είχαν έρθει και στο παρελθόν ειδοποιήσεις από Δ.Ο.Υ. και από την Πολεοδομία Χαλκίδας, αλλά δεν είχε δώσει ποτέ σημασία στο τι έγραφαν οι φάκελοι. Απλώς τους έδινε στον Τζίμη και τους ξεχνούσε. Άνοιξε βιαστικά τον φάκελο και διάβασε το περιεχόμενο. Αφορούσε ένα μικρό ακίνητο μέσα σε αγρό έξι στρεμμάτων. Το είχε νομιμοποιήσει πριν από λίγο καιρό ο Τζίμης, για να μην το γκρεμίσουν. Η Μιρέλα κοίταξε γύρω της, ύστερα πήρε την ειδοποίηση και έτρεξε στον υπολογιστή της. Το google map θα της φαινόταν για άλλη μια φορά χρήσιμο. Έβαλε τη διεύθυνση στο ειδικό κουτί και πάτησε την ένδειξη δορυφόρος του χάρτη.

Όντως! Στη συγκεκριμένη διεύθυνση, ο χάρτης έδειχνε ένα μικρό τετράγωνο κτίσμα μέσα σε ένα μεγάλο άδειο οικόπεδο.

«Αυτό πρέπει να είναι... Σε έπιασα, καριόλη!» μονολόγησε ευχαριστημένη και έκλεισε τον υπολογιστή.

Έβαλε την ειδοποίηση πίσω στον φάκελο και τον έβαλε προσεκτικά στην τσάντα της. Σε μία ώρα περίπου θα πήγαινε στη Γιάννα. Και αυτήν τη φορά είχε ανακαλύψει κάτι. Ήταν σίγουρη. Άρχισε, λοιπόν, να ντύνεται σιγοτραγουδώντας. Ήθελε να ετοιμαστεί να φύγει για τη Γιάννα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Είχε απορροφηθεί τόσο πολύ στις σκέψεις της, που το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα την τρόμαξε.

«Μιρέλα, ο Τζίμης λέει να μη φύγεις ακόμη. Θα έρθει σε λίγο ένας καλεσμένος και θέλει να σε γνωρίσει πρώτα» της είπε ο Μιχάλης μόλις άνοιξε την πόρτα.

«Ω! Τι να με κάνει; Με γνωρίζει;» του απάντησε εκείνη εκνευρισμένη.

«Δε σε ξέρει, ο Τζίμης τού έχει όμως μιλήσει για σένα και θέλει να δείχνετε σαν οικογένεια» της απάντησε χαμηλώνοντας τη φωνή του.

«Δεν κάθομαι εγώ να περιμένω κάποιον που δε γνωρίζω, για να παραστήσω την καλή νοικοκυρά. Έφυγα πες του!»

Ο Μιχάλης κοίταξε μες στα πανέμορφα πράσινα μάτια της και αναστέναξε. Αν την άφηνε να φύγει, ο Τζίμης θα της έκανε κακό μετά και το ήξερε. Έπρεπε να τη μεταπείσει.

«Μην είσαι πεισματάρα. Κάθισε για λίγο και μόλις έρθει ο Ρόμπερτ, τον χαιρετάς, φτιάχνουμε δύο καφέδες και φεύγεις. Αν φύγεις τώρα, θα σε χτυπήσει πάλι και δε θα μπορώ να κάνω τίποτα. Σε… παρακαλώ, μην του δίνεις αφορμές να σε χτυπάει. Δεν το αντέχω!»

Ο Μιχάλης αιφνιδιάστηκε και ο ίδιος με το θάρρος του. Μόνο ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της δεν της είπε. Αλλά το είχε εννοήσει φανερά. Τώρα είχε θυμώσει με τον εαυτό του, αλλά και με τη Μιρέλα, που τον είχε αναγκάσει να το κάνει. Χωρίς να περιμένει απάντηση, έκλεισε απότομα την πόρτα και έφυγε βιαστικά προς τον διάδρομο βρίζοντας τον εαυτό του.

Η Μιρέλα είχε μείνει ακίνητη μπροστά στην κλειστή πόρτα. Ήταν τόση η έκπληξή της, που δεν ήξερε αν ήθελε να γελάσει ή να κλάψει με την κατάσταση. Μάλιστα! Ο Μιχάλης ερωτευμένος μαζί της!

Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια τελικά!

Αναστέναξε χαμογελώντας και ξανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Θα περίμενε. Ο Μιχάλης είχε δίκιο. Δε θα άλλαζε τίποτα αν πήγαινε στη Γιάννα δέκα λεπτά αργότερα. Έπρεπε να κάνει υπομονή. Ένιωθε ότι σε λίγο όλα θα τέλειωναν. Δεν είχε λόγο να βιάζεται. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σηκώθηκε από το κρεβάτι, βγήκε στον διάδρομο και κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα προς το σαλόνι. Λίγο πριν χτυπήσει την πόρτα κοντοστάθηκε ακούγοντας –σε έντονο ύφος– ομιλίες από το καθιστικό.

Ο Τζίμης μιλούσε στα αγγλικά με ένα άλλο άτομο, προφανώς το άτομο που την είχε ενημερώσει ο Μιχάλης ότι περίμενε. Ο καυγάς αφορούσε σε κάποιο σημειωματάριο, που κλάπηκε από το σπίτι του ξένου και αφορούσε και τον Τζίμη, ο οποίος ήταν έξαλλος με τον φίλο του. Η Μιρέλα απομακρύνθηκε λίγο από την κλειστή πόρτα, άλλαξε ύφος και άνοιξε την πόρτα χαιρετώντας τους γελαστή.

«Α, καλώς την. Δε σου έχω πει να χτυπάς πριν μπεις; Τέλος πάντων… Από δω ο Ρόμπερτ από τη Γαλλία. Θα τον φιλοξενήσουμε για λίγο» της είπε ο Τζίμης σε έντονο ύφος.

«Μιρέλα, χαίρομαι που σας γνωρίζω» του είπε σε άπταιστα αγγλικά και τέντωσε το χέρι της για χειραψία.

«Εγώ χαίρομαι περισσότερο, δεσποινίς. Ό,τι και αν μου έχει πει για εσάς ο Τζίμης είναι λίγο μπροστά στην ομορφιά σας!» της απάντησε ο Ρόμπερτ, ενώ ταυτόχρονα έπιασε τα δάχτυλα του χεριού της και φίλησε απαλά τις μεσαίες αρθρώσεις τους.

Ο Τζίμης αντέδρασε αμέσως με έναν μορφασμό δυσαρέσκειας.

«Έλα, αφήστε τις μαλακίες τώρα. Εσύ σήμερα δεν έχεις πρόβα με την άλλη; Πήγαινε φτιάξε δύο καφέδες και μετά φύγε. Έχω να μιλήσω για δουλειές με τον μαλάκα από δω!» της είπε εκνευρισμένος δείχνοντας της με το βλέμμα τον απορημένο Ρόμπερτ, που δεν καταλάβαινε λέξη στα ελληνικά.

Εκτός από το μαλάκας, που το άκουγε συχνά από τον φίλο του. Η Μιρέλα άλλο που δεν ήθελε. Γύρισε την πλάτη της, κοίταξε απαξιωτικά τον Τζίμη και έφυγε βιαστικά από το δωμάτιο, κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

Ο Τζίμης σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα του γραφείου, ψάχνοντας τον Μιχάλη. Τον είδε να στέκεται στην εξώπορτα καπνίζοντας σκεφτικός.

«Μιχάλη, πίσω της, όπως πάντα, ε; Μην έχουμε άλλα!» του φώναξε και ετοιμάστηκε να ξανακλείσει την πόρτα.

Ο Μιχάλης δεν απάντησε αμέσως.

«Δε γίνεται, αφεντικό. Τουλάχιστον όχι μέχρι έξω από το σπίτι. Εδώ και τρεις ημέρες, αράζει κοντά στο σπίτι ένα ασφαλίτικο με δύο μπάτσους μέσα. Για κάποιον λόγο παρακολουθούν τη σχεδιάστρια νομίζω» του απάντησε τελικά.

Ο Τζίμης έκανε έναν μορφασμό έκπληξης μαθαίνοντας τα νέα.

Τι να έχει κάνει άραγε η Δεληπέτρου και την παρακολουθούν; σκέφτηκε, αλλά δεν πρόλαβε να συνεχίσει.

Ο Ρόμπερτ είχε φανεί στην πόρτα του γραφείου και τον καλούσε φανερά ανυπόμονος. Ο Τζίμης επανήλθε στην πραγματικότητα μορφάζοντας με δυσαρέσκεια. Τώρα είχε να λύσει το πρόβλημα με τον Ρόμπερτ. Μετά θα έψαχνε να βρει γιατί ενδιαφερόταν η αστυνομία για τη μοδίστρα της γυναίκας του. Ίσως ό,τι μάθαινε να του φαινόταν χρήσιμο.

Έκανε νόημα στον Ρόμπερτ να περιμένει και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

«Δε μου λες, μωρό μου, συμβαίνει τίποτα εκεί στη Δεληπέτρου που πηγαίνεις συχνά πυκνά τώρα τελευταία;» τη ρώτησε απότομα.

Η Μιρέλα λίγο έλλειψε να ρίξει τον δίσκο με τους καφέδες που κρατούσε στα χέρια της.

Γιατί ρωτούσε ξαφνικά; Υποψιαζόταν τίποτα;

Όχι, Θεέ μου, όχι τώρα που έχω φτάσει τόσο κοντά, σκέφτηκε τρομοκρατημένη.

Μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε συναντηθεί για πολλοστή φορά με την Ιόλη στην έπαυλη της Γιάννας. Όλο αυτό τον καιρό –παράλληλα με την εκπαίδευσή της– συναντούσε εκεί και την Ιόλη και είχαν αρχίσει να χτίζουν μια όμορφη σχέση. Είχαν μιλήσει για πολλά και ταίριαζαν. Η Ιόλη ήταν όπως ακριβώς την περιέγραφε η Γιάννα: Μια όμορφη καλλιεργημένη γυναίκα, που έψαχνε ακριβώς ό,τι και η ίδια, έναν άνθρωπο –μια γυναίκα– που θα μπορούσε άφοβα να μοιραστεί μαζί της την ιδιαιτερότητά τους. Καμιά έπαρση –λόγω κύρους και κοινωνικής θέσης– δεν είχε θέση στη ζωή της δυναμικής παραγωγού. Η Γιάννα δε θα άφηνε ούτως ή άλλως τα χρήματα και τη δύναμη, που είχε αποκτήσει η Ιόλη, να στρεβλώσουν τον χαρακτήρα της φίλης της.

Η Μιρέλα ήταν ενθουσιασμένη, αν και δεν είχαν προχωρήσει ακόμη ερωτικά. Σαν ήδη εκπαιδευμένη Ξεχωριστή είχε μάθει καλά ότι στο σεξ η βιασύνη δεν έχει θέση. Έτσι και αλλιώς, η Ιόλη θα άφηνε τη μικρή μέλλουσα ερωμένη της να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή της με την ησυχία της. Ήξερε ότι αυτό θα μεταφραζόταν αργότερα σε περισσότερη ευτυχία μεταξύ τους. Και για μια τέτοια προοπτική ήταν διατεθειμένη να περιμένει όσο χρειαζόταν!

«Όχι… Γιατί ρωτάς;» του απάντησε διστακτικά.

«Δηλαδή δεν ξέρεις ότι έξω από το σπίτι της υπάρχει σε εικοσιτετράωρη βάση ασφαλίτικο περιπολικό;» την ξαναρώτησε κοιτώντας τη βαθιά στα μάτια της και περιμένοντας την αντίδρασή της.

«Όχι! Αλήθεια λες τώρα;» τον ρώτησε γνήσια έκπληκτη και φοβισμένη.

Φοβόταν ότι τώρα –με την αστυνομία έξω από το σπίτι της Γιάννας– ο Τζίμης δε θα την άφηνε να φύγει.

Ο Τζίμης όμως, βλέποντας το ύφος της, έχασε κάθε όρεξη για ανάκριση. Η Μιρέλα προφανώς δεν είχε ιδέα. Σκέφτηκε για λίγο, πήρε τον δίσκο από τα χέρια της και της έκανε νόημα ότι μπορούσε να φύγει. Λίγο πριν βγει από την εξώπορτα τη φώναξε ξανά.

Η Μιρέλα ξαναπλησίασε αμίλητη, δαγκώνοντας τα χείλη της από αγωνία.

«Να έχεις τον νου σου εκεί που πηγαίνεις. Αν ακούσεις τίποτα για οτιδήποτε, θα μου το πεις αμέσως. Συνεννοηθήκαμε, μικρή;»

Για λίγο είχε σκεφτεί να μην την αφήσει να ξαναπάει στη Γιάννα. Μετά όμως άλλαξε γνώμη, πιστεύοντας ότι η γνωριμία της Μιρέλας με τη Γιάννα μπορεί και να του φαινόταν χρήσιμη κάποτε.

«Έρχομαι, ρε μαλάκα! Έρχομαι, γαμώ την Αγγλία σου!» ούρλιαξε σε ελληνο-αγγλικά προς τον Ρόμπερτ, που είχε βγει και πάλι στην αυλή και τον έψαχνε.

Η Μιρέλα μπήκε στο αυτοκίνητό της και ανέπνευσε ανακουφισμένη. Ακόμα και τώρα που είχε ξεκινήσει, φοβόταν ότι θα έβγαινε ο Τζίμης στην πόρτα έχοντας αλλάξει γνώμη και θα τη σταματούσε. Λίγο πριν στρίψει στον δρόμο που οδηγούσε στη λεωφόρο Διονύσου, κοίταξε άλλη μια φορά προς το σπίτι με έκπληξη. Ο Μιχάλης ήταν ακόμη στην αυλή και απλώς την κοιτούσε να φεύγει. Δε θα την ακολουθούσε, λοιπόν! Η Μιρέλα χαμογέλασε με ανακούφιση.

Ήταν επιτέλους για πρώτη φορά ελεύθερη;

Ναι!

Με την αστυνομία έξω από το σπίτι της Γιάννας, ο Τζίμης δεν τολμούσε να στείλει το τσιράκι του να την παρακολουθήσει. Ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ήθελε! Και αυτό που ήθελε –όλο τον τελευταίο καιρό– ήταν να βρεθεί με την Ιόλη εκτός έπαυλης. Χωρίς άγχος.

Στην αρχή σκέφτηκε να την πάρει τηλέφωνο να συναντηθούν για καφέ. Αλλά δεν είχαν χρόνο για τέτοια. Έπρεπε να πάει στη Γιάννα μες στο επόμενο μισάωρο. Ο Τζίμης μπορεί να έπαιρνε τηλέφωνο εκεί και να τη ζητούσε. Ξαφνικά το πρόσωπό της φωτίστηκε. Θα πήγαινε να τη δει στο γραφείο της! Θα της έκανε την απόλυτη έκπληξη. Έστω και για δέκα ή δεκαπέντε λεπτά. Και μόνο τη χαρά που θα της έδινε άξιζε!