Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ένα Μόνο Γράμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ένα Μόνο Γράμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ένα Μόνο Γράμμα (Κεφάλαιο 1)

Παρόν

Σάββατο

«Τα νεύρα μου, σ’ το είπα;» ήταν η πρώτη μου κουβέντα στον Στράτο, με το που πάρκαρε πρόχειρα μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας μου και άνοιξα την πόρτα.

«Μόνο πέντε ή έξι φορές στο τηλέφωνο. Άντε, σταμάτα την γκρίνια, ό,τι έγινε έγινε. Μπες μέσα».

«Σε ευχαριστώ που ήρθες» είπα και έδεσα τη ζώνη μου. Αμέσως ξεκίνησε. «Από όλες τις ημέρες, έπρεπε σήμερα να χαλάσει το αυτοκίνητο, που έχω να πάω από τη Δάφνη στη Νέα Μάκρη για το μπάρμπεκιου και πίσω για τη συνέλευση των γονέων;»

«Δεν πειράζει, θα σε πάω εγώ, το είπαμε. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Το αμάξι τι έπαθε τελικά;»

«Ούτε που ξέρω. Άφησα τον Άγγελο στη μαμά, και στον γυρισμό ανέβασε θερμοκρασία. Έκανε και έναν περίεργο θόρυβο… Στο τσακ ήμουν να κάνω δεξιά και να καλέσω γερανό, αλλά με τα πολλά το έφερα μέχρι το σπίτι».

Ένα Μόνο Γράμμα (Πρόλογος)

Επτά χρόνια πριν

Μουδιασμένη…

Ναι, αυτή ήταν η σωστή λέξη, εκείνη που έψαχνε το μυαλό μου για ώρες. Το κορμί μου ήταν αδύναμο και κουρασμένο. Ένιωθα ένα περίεργο κενό. Δεν πονούσα, όχι. Πώς αισθάνεται πόνο ένα παραλυμένο σώμα; Γύρισα από την άλλη πλευρά, δεν ήθελα να βλέπω την τζαμαρία. Τα φώτα με ζάλιζαν, οι άνθρωποι που περπατούσαν συνεχώς με αποσυντόνιζαν. Τι έκαναν με τις ζωές τους; Άραγε γιατί έρχονταν στο νοσοκομείο; Γιατί έφευγαν; Άλλοι το προσπερνούσαν εντελώς˙ εκείνους τους ζήλευα. Περπατούσαν από μπροστά, χωρίς να του ρίξουν μια ματιά, χωρίς να το σκεφτούν. Μιλούσαν στο τηλέφωνο ή σε κάποιον δίπλα τους και γελούσαν.

Πώς μπορούν να γελούν έξω από ένα κτίριο γεμάτο ανθρώπους που παλεύουν; Ή που πεθαίνουν…

Κοίταξα την πόρτα. Δεν με περίμεναν εκπλήξεις εκεί. Ήξερα ήδη ποιοι θα έμπαιναν και πότε: η μητέρα μου, η νοσοκόμα και ο ίδιος ο γιατρός. Έτσι, δεν φούσκωνε μέσα μου η παράλογη ελπίδα πως θα τον έβλεπα. Δεν γινόταν να είναι εδώ, μα, όσο παρατηρούσα τον έξω κόσμο, ήλπιζα ενδόμυχα να τον δω να διαβαίνει τις πόρτες. Στο μυαλό μου κρατούσε λουλούδια και ένα λούτρινο αρκουδάκι.