Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.7.20

Παρουσίαση: Αυτή με "Το Λουρί της Τρέλας" του Άρη Δεληγιαννίδη


Το Λουρί της Τρέλας είναι ένα βιβλίο το οποίο ο συγγραφέας αφιερώνει στους λάτρεις του φανταστικού. Ωστόσο, θεωρώ πως θα το προτιμήσουν, εκτιμήσουν και απολαύσουν περισσότερο οι φαν του τρόμου, των θρίλερ και των gory/splatter ιστοριών.

6.7.20

Το μαύρο ρόδο (Κεφάλαιο 38)

Παρασκευή 14 Ιουλίου, 9:00
Δεκαέξι μέρες αργότερα.

"Άγγελε, φεύγω!", του πέταξε η Χλόη και έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος πίσω της χωρίς να περιμένει απάντηση. Προτίμησε να κατέβει από τις σκάλες, παρά να πάρει τον ανελκυστήρα για δύο ορόφους.

Το μαύρο ρόδο (Κεφάλαιο 37)


"Κρις, Μαξ", έκανε ο Άγγελος στα Φαντάσματα, "η Χλόη θα χρησιμοποιήσει την κανονική δύναμη του Σμαραγδένιου Δράκου"

5.7.20

Παρουσίαση: Αυτή με το "Δεσμώτες της Στάχτης - Σκιαμάχος" του Βαγγέλη Τσατσαλή


Με τους Δεσμώτες της Στάχτης, το πρώτο του μυθιστόρημα, ο Βαγγέλης Τσατσαλής κάνει το δυναμικό του ντεμπούτο στο χώρο της λογοτεχνίας του φανταστικού. Θέτει τα θεμέλια μιας σειράς γεμάτης πάγο, μαγεία, περιπέτεια, παράξενα πλάσματα και χαρακτήρες με τους οποίους δένεσαι παρά τις αδυναμίες και τις παραξενιές τους, διεκδικώντας δικαιωματικά μια θέση ανάμεσα στους περισσότερα υποσχόμενους Έλληνες συγγραφείς του είδους.

4.7.20

Παρουσίαση: Αυτή με το BNA: Brand New Animal


Αυτός είναι ο λόγος που δεν έχουμε στα χέρια μας τη δεύτερη σεζόν Little Witch Academia; 

Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη όταν έμαθα πως μια ολοκαίνουργια σειρά με τίτλο BNA θα ερχόταν αυτή τη σεζόν απ' το Studio Trigger. Είναι λοιπόν το Brand New Animal μια καλή σειρά;

3.7.20

Η Νεκροφιλημένη (Κεφάλαιο 20 - Η μάχη των Ούαλακ)

Δεν είχα πολεμήσει ξανά με Ούαλακ, μα ήξερα πως το αδύνατο σημείο τους ήταν το κεφάλι. Τα καλά με τις ταβέρνες της Σεβέλ ήταν πως μάθαινες κάθε λογής πράγματα και έπαιρνες ένα σωρό πληροφορίες για τα πάντα. Κυνηγοί επικηρυγμένων και σπάνιων ειδών, κυρίως άγριων, έρχονταν συχνά στη ταβέρνα του Σαπιοδόντη και καυχιόνταν για τα κατορθώματά τους. Από αυτές τις συζητήσεις δεν έλειπα και εγώ. Προφυλαγμένη σε ένα άδειο τραπεζάκι στη πιο σκοτεινή γωνία της ταβέρνας, τα άκουγα όλα και κρατούσα στο μυαλό μου τα πιο σημαντικά.

Summer Solstice (Κεφάλαιο 32)

ΜΠΡΑΙΝΤΕΝ

Ο Φόστερ και εγώ ορμάμε στο νερό, αμέσως μόλις τους βλέπουμε, να πέφτουν και εγκαίρως αρπάζω την Σελέστ από τους ώμους, πριν την καταπιούν τα κύματα. Είναι αναίσθητη και όταν την τραβάω στην ακτή, ούτε που αναπνέει. Από την άλλη ο Γκασπάρντ κρέμεται σε ημιλιπόθυμη κατάσταση στο πλάι του Φόστερ.

2.7.20

Παρουσίαση: Αυτή με "Το Απαγορευμένο Κλειδί" του H.P. Lovecraft

 Το Απαγορευμένο Κλειδί, μια ανθολογία τριών διηγημάτων που συνεκτικό στοιχείο τους είναι το κλειδί ως μέσο πρόσβασης σε μια άλλη διάσταση, αυτή των αισθήσεων που δεν επικοινωνεί με τον παραπλανητικό κόσμο της ύλης, πρόκειται για μια συνθετική πρωτοβουλία των εκδόσεων Πηγή· η συλλογή δεν αποτελεί άμεση μεταγλώττιση κάποιου πανομοιότυπου πρωτοτύπου. Τα διηγήματα αφορούν κυρίως στην μετάβαση από την γήινη διάσταση στην ευρύτερα κοσμική, με το όνειρο να διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο.

1.7.20

Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 10)

Η Εχεκράτεια μου είπε ότι πήρα πίσω τις δυνάμεις μου, έστω σε μικρό ποσοστό, από τη στιγμή που η Ντόροθη χάθηκε. Εφόσον η Spero μου είπε μέσα στις αναμνήσεις της ότι είμαι ένα μεγάλο όπλο, αυτό σημαίνει ότι ακόμη και με λίγες δυνάμεις μπορώ να κάνω πολλά πράγματα. Δεν ξέρω για τι είμαι ικανός. Δεν ξέρω για ποιο λόγο με φοβούνται όλοι. Έχει δίκιο η Spero. Δεν είμαι έτοιμος ακόμα. Πρώτα πρέπει να ανακαλύψω τη δύναμη μέσα μου και μετά να προχωρήσω. Ακούω την κοκκινομάλλα μέσα στο κεφάλι μου να με καλεί.

Ματωμένη Λονδρέζικη Βροχή (Κεφάλαιο 5)

Όσο απολαμβάναμε την μπολονέζ ακουγόταν χαμηλόφωνα το ραδιόφωνο να παίζει ροκ μουσική. Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο του Τόμας. Ήταν από το αρχηγείο. «Μια έκρηξη σημειώθηκε σε ένα βενζινάδικο στην οδό Σούτζεν του Κλάπχαμ. Εκεί ένα μπλε Πεζό Σαβ 208 φλέγεται. Η φωτιά τύλιξε και τις αντλίες βενζίνης» μου ανακοίνωσε φοβισμένος και συνέχισε «Η πυροσβεστική έχει δύσκολο έργο να φέρει εις πέρας, καθώς με τη βενζίνη που υπάρχει στο πάτωμα, δυναμώνει η ένταση της φωτιάς και εξαπλώνεται στην πολυκατοικία που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του καταστήματος. Οχήματα της αστυνομίας έχουν κλείσει τον κεντρικό δρόμο του Κλάπχαμ. Έχει δημιουργηθεί κυκλοφοριακό κομφούζιο, όμως είναι απαραίτητο για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τη φωτιά. Αυτά μου είπαν από το αρχηγείο».

30.6.20

Παρουσίαση: Αυτή με το "Οι Θεοί του Καταραμένου Δέντρου - Μονοπάτια" του Κοσμά Χατζηιωαννίδη

"Αλλά, στην τελική, αυτό είναι η ζωή; Τόσο άσκοπη και μάταιη; Το να κυνηγάω φαντάσματα τουλάχιστον είχε πλάκα."

Έχουμε να εξετάσουμε ένα έργο με δύο ιστορίες, παρόμοιας θεματικής και αισθητικής. Και οι δύο παρουσιάζουν ως πρωταγωνιστές φαινομενικά απλούς, καθημερινούς αλλά ανήσυχους ανθρώπους που μπλέκονται σε μυθολογικές περιπέτειες και μέσα απ' αυτό εμείς μπλεκόμαστε σε φιλοσοφικές αναζητήσεις.

29.6.20

Το μαυρό ρόδο (Κεφάλαιο 36)

Τετάρτη 28 Ιουνίου, 00:00
Ημέρα όγδοη.


Ο ήχος των τακουνιών πάνω στο τσιμεντένιο δάπεδο της ταράτσας, έκανε τον Άγγελο να αποτραβήξει το βλέμμα του από τα φώτα της πόλης. Τα χέρια του ήταν σταυρωμένα μπροστά από το στέρνο του και ο κορμός του γυρισμένος προς το κενό. Μόνο το κεφάλι του ήταν προς την Κριστίν, η οποία κρατούσε μία απόσταση.

Summer Solstice (Κεφάλαιο 31)

ΣΕΛΕΣΤ

Ξυπνάω από την έκρηξη νιώθοντας τα πάντα, να γυρίζουν γύρω μου, ενώ αυξανόμενο βουητό καλύπτει οποιονδήποτε άλλο ήχο. Είμαι πεσμένη μπρούμυτα πάνω σε έναν βράχο και ο ψυχρός αέρας μαστιγώνει το πρόσωπό μου με μανία, σαν να θέλει, να το ξεσκίσει. Τα βλέφαρά μου είναι βαριά και λερωμένα με σκόνη και χώμα δυσκολεύοντάς με, να τα ανοίξω. Κοιτάζω το άγνωστο αναδιαμορφωμένο τοπίο και μετά την θάλασσα, που φουσκώνει και ξεφουσκώνει από κάτω μου προσπαθώντας, να με αρπάξει. Ξεροκαταπίνω και βογκάω παλεύοντας, να ανακαθίσω. Πονάω τόσο πολύ και το πόδι μου μοιάζει, να χειροτερεύει όλο και περισσότερο. Τι συνέβη τέλος πάντων; Γιατί κάποιος να χτυπήσει τον ναό;

28.6.20

Παρουσίαση: Αυτή με το βιβλίο "Η Παπαδοκυνηγός" του Αβραάμ Γεφυρόπουλου

Η Παπαδοκυνηγός, μια ανθολογία που αποτελείται από οκτώ διηγήματα, είναι το δεύτερο έργο του Αβραάμ Γεφυρόπουλου που κυκλοφορεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή. Ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την συλλογή του ως δίδυμη της πρώτης, που κυκλοφόρησε το 2018 με τον τίτλο Φωνές στο Σκοτάδι, και πρόκειται για μια θεματική και νοηματική της συνέχεια.
 

26.6.20

Ματωμένη Λονδρέζικη Βροχή (Κεφάλαιο 4)

Εγώ μένω μόνη μου στην οδό Μπίνφιλντ. Οι γονείς μου, Λεονάρντο και Μεγκ, έχουν μετακομίσει μία ώρα μακριά από εδώ, στο Πόρτσμουθ. Έχουν εγκατασταθεί τα τελευταία δύο χρόνια μόνιμα στο πατρικό σπίτι της μητέρας μου. Ήμουν ελεύθερη εδώ και ενάμιση χρόνο, με την τελευταία μου σχέση να έχει κρατήσει πέντε μήνες.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα - (Κεφάλαιο 16 - Η εκπλήρωση του όρκου)

Τον Νοέμβρη του αυτού έτους 970, προετοιμαζόμενος ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής για την εκστρατεία του κατά των Ρώσων, αποφάσισε να νυμφευτεί τη Θεοδώρα, την έγκλειστη στο μοναστήρι δευτερότοκη κόρη του Κωνσταντίνου και αδελφή του Ρωμανού. Του το υπαγόρευσε η Σύγκλητος και ο πρόεδρός της και παρακοιμώμενός του Βασίλειος Λεκαπηνός, για να νομιμοποιήσει τη σχέση του με τη δυναστεία, καθότι η άνοδός του στον θρόνο συνοδεύτηκε από μια τόσο στυγερή δολοφονία, και να ικανοποιήσει περαιτέρω και το αίσθημα του λαού του.

25.6.20

Παρουσίαση: Αυτή με την ταινία The Nightingale


Το Nightingale είναι ένα αριστούργημα. Δεν είναι μια τέλεια ταινία, μα περικλείει τόσες πολλές καλές ιδέες που αποδίδονται πλησιάζοντας την εντέλεια. Μιλάω αυστηρά σεναριακά, για την ιστορία, την πλοκή και τους χαρακτήρες και σε αυτά θα δοθεί βάση στο σημερινό άρθρο.

24.6.20

Η Νεκροφιλημένη (Κεφάλαιο 19 - Η Αρένα)


Θα εκτίαμε την ποινή μας, εφτά ημέρες μετά. Ως τότε θα ήμασταν κλεισμένοι στα κελιά μας, με ελάχιστο φαγητό και νερό, ενώ η μόνη μου συντροφιά ήταν οι σιχαμένοι πειρατές που σε κάθε ευκαιρία έβρισκαν τρόπο να με φτάσουν στο σημείο να θέλω να βγάλω την καλύπτρα μου και να τους δώσω ένα μάθημα. Μα αν με έβλεπαν οι φρουροί θα το εκλάμβαναν ως απειλή προς τη Βασίλισσα και ο πρίγκιπας Κάιν, με τους ιππότες θα είχε πρόβλημα.

Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 9)


Για μια ακόμα φορά δεν ξέρω πού πάω. Απλώς τρέχω, χωρίς πραγματικά να βλέπω μπροστά μου. Μετά από αρκετή ώρα σταματάω για να πάρω μια ανάσα. Από την ένταση, μου κόβεται η αναπνοή μου και πέφτω στο σκληρό χώμα, για να φέρω το σώμα και το μυαλό μου πίσω σε έναν ρυθμό. Τι μου συμβαίνει; Γιατί έπραξα έτσι; Από πού πηγάζει όλος αυτός ο θυμός; Πώς μπόρεσα να πληγώσω έτσι την Εχεκράτεια; Και σαν να μη φτάνει αυτό, τόλμησα μετά από όλα αυτά να τη φιλήσω! Δε με αναγνωρίζω. Μήπως αυτός είναι ο πραγματικός μου εαυτός αναρωτιέμαι και η σκέψη ανακατεύει τα μέσα μου.

22.6.20

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 15 - Ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα...)


«Ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα[1]…»

Το χιόνι έπεφτε πυκνό από νωρίς, κείνο το βράδυ της Παρασκευής 10 Δεκεμβρίου 969, σκεπάζοντας τη Βασιλεύουσα Πόλη με τη λευκή του σιγαλιά.

Το μαύρο ρόδο (Κεφάλαιο 35)

Τρίτη 27 Ιουνίου, 9:30
Ημέρα έβδομη.

Ο Άγγελος έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος με τις δυνάμεις του, καθώς τα χέρια του ήταν γεμάτα. Είχε ξυπνήσει πιο πριν από τη Χλόη και σκέφτηκε να της κάνει έκπληξη με πρωινό· κρουασανάκια με σοκολάτα, και διάφορα κεκάκια, ένα κουτί με ντόνατ, κρύα σοκολάτα, καφές και τσάι. Τα είχε υπολογίσει όλα και είχε πάρει τα πάντα. Τους άξιζε ένα φυσιολογικό πρωινό μετά την τρέλα της τελευταίας εβδομάδας. Δεν είχαν περάσει και λίγα, ειδικά η Χλόη.

21.6.20

Παρουσίαση: Αυτή με το Stardust του Neil Gaiman

Καλησπέρα, μισώ τον Neil Gaiman ως συγγραφέα.

Από τον κύκλο μου ωστόσο, έχω παρατηρήσει ότι είμαι ο μόνος που νιώθει έτσι. Κατά καιρούς έχουν πέσει έργα του στα χέρια μου και αν δεν κάνω λάθος, το Stardust και το American Gods είναι τα δύο βιβλία που έχω διαβάσει ολόκληρα (το τελευταίο με το ζόρι τελείωσα, μόνο και μόνο για να μπορώ να εξηγήσω συγκεκριμένα γιατί δεν μου αρέσει, αν ερχόταν ποτέ αυτή στιγμή, φανταστείτε).

20.6.20

Summer Solstice (Κεφάλαιο 30)

ΓΚΑΣΠΑΡΝΤ

Ξυπνάω πριν ακόμα χαράξει. Βάζω τα παπούτσια μου και διπλώνω τον υπνόσακό μου κοιτάζοντας ανήσυχος τον σκοτεινό δίσκο του ηλίου, που ανατέλλει μακριά στον ορίζοντα. Ο Μπράιντεν απέναντί μου χασμουριέται, καθώς κοιτάζει την πυξίδα του και έπειτα το βουνό, που πρέπει, να ανέβουμε, για να βρούμε τη σπηλιά. Η Σελέστ θα βρίσκεται ήδη κάπου εκεί πάνω και πολύ φοβάμαι, ότι δε θα είναι μόνη. Δε μου πήρε πολύ χρόνο, για να ανακαλύψω, ότι το είχε σκάσει, όμως δεν ήμουν αρκετά γρήγορος, για να την εμποδίσω, να το σκάσει από το Έστρελ, ούτε τον Χάμελιν από το να την αρπάξει. Θυμώνω με τον εαυτό, που φέρθηκα τόσο απερίσκεπτα απέναντί της και την υποτίμησα, εφόσον γνωρίζω για τον ατίθασο χαρακτήρα της. Ελπίζω, να είναι καλά και σώα. Ο Χάμελιν θα πληρώσει γι’ αυτό.

Το πρόσωπο του Μπράιντεν είναι βλοσυρό και γραμμές αυλακώνουν το μέτωπό του κάνοντάς τον να μοιάζει θυμωμένος. Πολύ περισσότερο απ’ όσο είναι. Δεν ξέρω, αν είναι θυμωμένος με την Σελέστ, που τον παράκουσε ή με τον κίνδυνο που μπορεί, να διατρέχει στα χέρια του Χάμελιν, ενώ εμείς δεν μπορούμε, να κάνουμε τίποτα, για να τη βοηθήσουμε στην παρούσα φάση.

Όταν φτάσαμε στο νησί των Κίλμπορν, το μόνο που βρήκαμε, ήταν κάρβουνα και στάχτη. Δεν είχε μείνει τίποτα από την ζωή, που υπήρχε κάποτε εδώ. Οι πειρατές κατέστρεψαν τα πάντα στον διάβα τους. Βρήκα τον Άλμπερτ με κομμένο τον λαιμό στο κρεβάτι του και τους περισσότερους φρουρούς του σφαγμένους. Όσοι έχουν απομείνει ζωντανοί, είναι αιχμάλωτοι των πειρατών ή κρύβονται, για να γλιτώσουν τις ζωές τους. Βέβαια εμείς δε βρισκόμαστε σε καλύτερη θέση. Το πλοίο του Μπράιντεν είχε μεγάλο βύθισμα και έπρεπε, να το παρατήσουμε άρον άρον στα ανοιχτά. Οι ναύτες θα φροντίσουν, να τραβήξουν τους περισσότερους πειρατές μακριά και ελπίζω, να είναι αρκετοί, διότι με το ζόρι μια ντουζίνα άνθρωποι θα τα βγάλουν πέρα με ένα ολόκληρο πλήρωμα.

Οι ναύτες που μας έχουν ακολουθήσει είναι οι καλύτεροι κυνηγοί και πιο πιστοί στρατιώτες του Μπράιντεν και κατά τα λεγόμενά τους έχουν αντιμετωπίσει αμέτρητες φορές τον πειρατή Ρόις και τους δικούς του. Μπορεί στη θάλασσα να είναι ο χειρότερος εφιάλτης κάθε πλεούμενου, στη στεριά δεν είναι παρά ένας δειλός, που θα σε χτυπήσει πισώπλατα, αντί να σε αντιμετωπίσει κατά μέτωπο. Αν τον στριμώξουμε και τον υποτάξουμε θα έχουμε το πάνω χέρι και εκείνος θα αντιμετωπίσει την δικαιοσύνη. Θα φροντίσω προσωπικά, να κρεμαστεί για τα εγκλήματά του.

«Αχ, αυτό το κορίτσι αν το πιάσω στα χέρια μου, θα του δώσω ένα βρωμόξυλο, που θα το θυμάται για όλη της ζωή». Σχολιάζει πικαρισμένος ο Μπράιντεν και με κοιτάζει πλάγια. «Και εσύ δεν πρόκειται, να με σταματήσεις».

«Δεν το είχα σκοπό. Άσε, που μου πέρασε από το μυαλό, να σε βοηθήσω κιόλας. Αλλά πρώτα να την βρούμε». Αποκρίνομαι με ένα αβέβαιο χαμόγελο, να προσπαθεί, να φτιάξει τη διάθεσή μου. Ανησυχώ για εκείνη. «Θα πάω, να την βρω τώρα. Μόνος μου θα περάσω απαρατήρητος».

«Ναι και θα καταφέρεις, να σκοτωθείς. Εξάλλου δεν γνωρίζεις καν την ακριβή τοποθεσία της σπηλιάς, ούτε που έχει την Σελέστ ο Χάμελιν». Με σταματά ο Φόστερ. «Οι πιθανότητες να επιτύχουμε, δεν είναι με το μέρος μας στην παρούσα φάση και καλύτερα, να μην δρούμε βιαστικά».

«Έχω όσες πληροφορίες χρειάζομαι, για να την βρω. Θα πάω μόνος και εσείς θα με βοηθήσετε, να ξεγλιστρήσω. Οι στρατιώτες που είναι αιχμάλωτοι στην άλλη πλευρά της παραλίας, θα μου χρωστούσαν μεγάλη χάρη, αν έσωζα τα κεφάλια τους. Και αργά ή γρήγορα θα πρέπει, να αντιμετωπίσουμε αυτούς τους βρωμοπειρατές».

«Τέλος πάντων. Θα ακολουθήσουμε το σχέδιό σου αυτή τη φορά, μιας και εγώ δεν έχω τίποτα καλύτερο, να προτείνω». Γρυλίζει εκνευρισμένος ο Μπράιντεν και κλείνει την πυξίδα του. «Θα βγάλουμε το φίδι από την τρύπα για σένα, αλλά φρόντισε, να φέρεις πίσω την Σελέστ σώα. Αλλιώς εγώ ο ίδιος θα φροντίσω, να μην ξαναγυρίσεις στην πατρίδα σου».

Η απειλή του με θυμώνει και υπό άλλες περιστάσεις, θα τον αντιμετώπιζα ανάλογα με τη θέση του, όμως τώρα δεν είναι ούτε ο τόπος, ούτε και ο χρόνος για να το κάνω. Η ασφάλεια της Σελέστ και η Κρήνη του Σύμπαντος προέχουν οποιασδήποτε διαφωνίας και αποκατάσταση της αξιοπρέπειας. Αρκούμαι μόνο, στο να του ανταποδώσω ένα γρύλισμα και έπειτα φορτώνοντας το σακίδιό μου στην πλάτη, ξεκινάω μόνος για το δάσος.

Ο ήλιος δεν τολμά, να τα βάλει με τη σκοτεινιά, που κυριαρχεί ολόγυρα και με το ζόρι καταφέρνω, να δω το οτιδήποτε. Η πυκνή υγρασία νοτίζει τα φύλλα και κάνει την ατμόσφαιρα βαριά δυσκολεύοντας την ανάβασή μου στο βουνό. Θα μπορούσα, να χρησιμοποιήσω έναν πυρσό, για να διευκολύνω τα μάτια μου, όμως με τόσους πειρατές τριγύρω, δεν θέλω, να το διακινδυνεύσω. Αυτό το δάσος το είχα διαβεί αρκετές φορές σαν παιδί και ως έφηβος. Η μητέρα μου ερχόταν στο ναό, να προσευχηθεί και πάντοτε με έπαιρνε μαζί της, όμως ποτέ δε με άφηνε, να περάσω το κατώφλι του. Αν το έκανα, θα πέθαινα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, τι εννοούσε, ώσπου έμαθα για το ποιος είμαι και για το ποια είναι η Σελέστ Κίλμπορν.

Η κραυγή πόνου που σκίζει την ησυχία του δάσους με επαναφέρει βάναυσα στην πραγματικότητα και αποδιώχνει αυτές τις ανόητες σκέψεις από το μυαλό μου. Σελέστ! Χώνοντας τα χέρια μου στο χώμα και αρπάζοντας την πυκνή βλάστηση, που φυτρώνει κοντά στο έδαφος σκαρφαλώνω όσο πιο γρήγορα μπορώ από τον συντομότερο δρόμο για το ναό. Ώσπου να φτάσω στην κορυφή, τα δάχτυλά μου έχουν ματώσει από τα σπασμένα μου νύχια και η αναπνοή μου βγαίνει τραχιά και με δυσκολία κάνοντας του πνεύμονές μου, να έχουν πάρει φωτιά.

Τους βλέπω και δεν μπορώ, να κρύψω την έκπληξή μου στην επιθετικότητα της Σελέστ προς τον Χάμελιν. Η Σελέστ κραδαίνει ένα στιλέτο στο χέρι της και έχει καταφέρει μερικά κοψίματα στα μπράτσα του δούκα, όμως είναι πληγωμένη. Το πόδι της είναι μπανταρισμένο και φαίνεται άσχημα. Από την άλλη ο δούκας δεν φαίνεται, να ανησυχεί για την συμπεριφορά της. Αντίθετα μοιάζει, σαν να το διασκεδάζει. Πιάνει το χέρι της και το στρίβει οδηγώντας την επίθεσή της στο κενό. Η Σελέστ μουγκρίζει από τον πόνο και πέφτει στα γόνατα εξαντλημένη. Το στήθος της ανεβοκατεβαίνει λαχανιασμένο και η ανάσα της δημιουργεί συννεφάκια λευκού καπνού, καθώς ξεφεύγει από τα μισάνοιχτα χείλη της.

Ελευθερώνω το πιστόλι από την ζώνη μου και σημαδεύω τον δούκα πασχίζοντας, να κρύψω την κούραση μου πίσω από μια ανέκφραστη μάσκα. Με το που με βλέπει ο Χάμελιν αρπάζει την Σελέστ από τα μαλλιά και το μαχαίρι από το χέρι της και ακουμπάει την λεπίδα του στον λαιμό της.

«Α… επιτέλους εμφανιστήκατε. Γενικότερα είμαι κατά της βίας των γυναικών, όμως στην περίπτωσή της ίσως κάνω μια εξαίρεση». Σαρκάζει. «Ξέρετε τώρα, για τον χρόνο που με αφήσατε, να περιμένω. Αλλά δεν είναι κάτι προσωπικό».

«Άφησέ την, να φύγει». Τον διατάζω και εκείνος χαμογελάει στραβά σφίγγοντάς την πάνω του.

Η Σελέστ κλείνει τα μάτια της από τον πόνο στη θέα μου και βογκάει. Κοιτάζοντάς την κατά πρόσωπο, διακρίνω, πως έχει πολύ περισσότερες αμυχές στο αλαβάστρινο δέρμα της, απ’ όσες διέκρινα στην αρχή. Ο επίδεσμος που σφίγγει τον μηρό της, είναι βουτηγμένος στο αίμα και το μοναδικό συμπέρασμα, που βγάζω, είναι, πως ο δούκας το ευχαριστήθηκε, όσο την βασάνιζε.

«Καλά ναι. Όμως πρώτα… θα με βοηθήσετε, να πάρω την Κρήνη. Ο αδερφός σας έχει περιμένει πολύ, δε νομίζετε;» το αρρωστημένο γέλιο του με εξοργίζει. «Λοιπόν μετά από εσάς».

Το μαχαίρι γδέρνει τον λαιμό της Σελέστ αφήνοντας μια άλικη γραμμή ως ενθύμιο πίσω του. Ρίχνω μια ανήσυχη ματιά προς το Ναό και κάνω μερικά βήματα προς τα εκεί, προσπαθώντας να σκεφτώ κάτι γρήγορα. Στις φλέβες μου κυλάει αίμα Άρκρεθ. Αν τολμήσω, να πατήσω το πόδι μου εκεί μέσα, το πιθανότερο είναι, να πεθάνω. Δεν έχω πρόβλημα, να θυσιαστώ για την Σελέστ, αλλά γνωρίζω, ότι μόλις ο Φρεντέρικο πάρει αυτό, που θέλει, θα την σκοτώσει έτσι και αλλιώς. Πλησιάζω την πόρτα και περνάω το κατώφλι της χωρίς, να συμβεί τίποτα απρόοπτο. Το μόνο που νιώθω, είναι το ξαφνικό τσίμπημα του φόβου στην ραχοκοκαλιά μου και το κάψιμο στη μύτη μου από τους τόνους σκόνης, που καλύπτουν τα πάντα.

Ο ναός είναι πολύ μεγαλύτερος εσωτερικά απ’ ότι εξωτερικά και χοντρές, κόκκινες κολόνες στηρίζουν την ξύλινη οροφή. Αγάλματα θεοτήτων στολίζουν τις προεξοχές κατά μήκος των τοίχων, ενώ στο κέντρο του ναού υπάρχει μια γρανιτένια, γυναικεία μορφή. Στα χέρια της κρατάει ένα ξύλινο μπολ γεμάτο νερό, όπου οι πιστοί ρίχνουν κέρματα, για να πραγματοποιηθούν οι ευχές και οι προσευχές τους. Βέβαια τώρα δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο μέσα και αναρωτιέμαι, αν οι θεοί τιμωρήσουν κάποτε αυτούς, που τόλμησαν, να βεβηλώσουν έναν τέτοιον χώρο. Απλώνω το χέρι μου και με την άκρη του στιλέτου μου τρυπάω στο δάχτυλό μου επιτρέποντας σε μια γενναιόδωρη, χοντρή σταγόνα, να πέσει και να ταράξει την επιφάνεια του νερού, ώσπου να διαλυθεί. Ο Χάμελιν γέρνει την Σελέστ έπειτα, για να στάξει τις δικές της σταγόνες και μετά την ξανατραβάει κοντά του.

Η γη αρχίζει, να τρέμει και ένα βουνό σκόνης σηκώνεται, όταν η πόρτα στο βάθος του ναού ανοίγει αποκαλύπτοντας μια βραχώδη στοά. Στο τέλος της ένα αμυδρό φως τρεμοπαίζει. Σαν κάτι γυαλιστερό, να ανακλάται στο φως του πρωινού. Πλησιάζω προς τα εκεί και με ένα σφίξιμο στο στομάχι βρίσκω την Κρήνη του Σύμπαντος φυλακισμένη μέσα σε ένα γυάλινο κουτί. Είναι μικρότερη απ’ όσο περίμενα. Τόσο ώστε να χωράει στη μια μου παλάμη και μοιάζει με τη Ζυγαριά της Δικαιοσύνης. Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη, δε έχει, να κάνει με τίποτα απ’ όσα έχω δει στη ζωή μου. Γυαλιστερό και λαμπερό σαν ακατέργαστο διαμάντι, επενδυμένο με γυαλί και άλλους πολύτιμους λίθους. Παρόλα αυτά φαίνεται εύθραυστη και κάτι που σίγουρα, δεν πρέπει, να περαστεί ως ασήμαντο.

«Και τώρα τι;» ρωτάει ανυπόμονα ο Χάμελιν ρίχνοντας το βάρος του νευρικά πότε στο ένα και πότε στο άλλο πόδι. «Δε θα την βγάλουμε έξω;»

«Όχι αν δεν την χρησιμοποιήσουμε. Δεν ξέρω, τι επίδραση θα έχει σε εμάς, αν δεν ενεργοποιηθεί. Δε θα ήθελες, να πεθάνεις, σωστά;» τον κοροϊδεύω.

Είμαι σίγουρος, ότι τίποτα δεν πρόκειται, να συμβεί, αν την βγάλουμε έξω από την προσθήκη της, αλλά δε θα διακινδύνευα, να πάθαινε το οτιδήποτε η Κρήνη στην παρούσα μορφή της. Οπότε το μόνο που μένει τώρα, είναι, να την πάμε με ασφάλεια στο Στάρενιθ. Την παίρνω στην αγκαλιά μου και στρέφομαι προς την έξοδο του ναού, όμως όταν πατάω το πόδι μου στον περίβολο, μια έκρηξη συγκλονίζει το βουνό γκρεμίζοντάς μας στην αγριεμένη θάλασσα.


Ηλιάνα Κλεφτάκη

Ματωμένη Λονδρέζικη Βροχή (Κεφάλαιο 3)

Όταν έφτασα στο αστυνομικό τμήμα, κατευθύνθηκα στο γραφείο μου. Καθώς πήγαινα, μια γυναίκα ψηλή με μακριά μαύρα μαλλιά, κίτρινο αδιάβροχο μπουφάν και πατερίτσες έμπαινε στο δωμάτιο καταθέσεων. Από πίσω τη συνόδευε ένας συνάδελφός μου.