Storm (Κεφάλαιο 17)

Η Έμιλι καθόταν μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη του δωματίου της και περιεργαζόταν την εμφάνισή της. Είχε κάνει μπούκλες τα μαλλιά της και έπειτα τα είχε πιάσει σε έναν χαμηλό κότσο. Είχε αγοράσει ένα κολιέ με τιρκουάζ πέτρες από το κοσμηματοπωλείο, αλλά δεν το είχε φορέσει ακόμα.

«Έμς, είσαι έτοιμη; Ο Μάικλ είναι απ’ έξω» είπε η μητέρα της μπαίνοντας στο δωμάτιο. «Ουάου. Είσαι μια κούκλα» πρόσθεσε κοιτάζοντάς την.

«Ευχαριστώ, μαμά» απάντησε χαμογελώντας. Η μητέρα της την πλησίασε και πέρασε τα χέρια της γύρω από τους ώμους της.

«Σαν χθες μου φαίνεται που σε φέραμε από το μαιευτήριο». Η Έμιλι γέλασε.

«Μαμά, δεν παντρεύομαι… Στον χορό του σχολείο πάω, και μάλιστα στον χορό των δευτεροετών… Κράτα το δράμα για τον χορό των αποφοίτων».

«Ό,τι και να γίνει πάντα θα είσαι η κορούλα μου!» Η Έμιλι της χαμογέλασε.

«Μπορείς να μου κουμπώσεις το κολιέ;»

«Φυσικά» της είπε και πήρε το κολιέ από το κρεβάτι. «Πολύ βαρύ είναι» είπε ζυγίζοντάς το στο χέρι της. Το πέρασε γύρω από τον λαιμό της Έμιλι και το κούμπωσε.

«Είσαι πανέμορφη!» της είπε φανερά συγκινημένη πλέον.

Η Έμιλι κοιτάχτηκε για μια ακόμα φορά στον καθρέφτη και έπειτα γύρισε και την πήρε αγκαλιά.

«Ευχαριστώ, μαμάκα».

«Πήγαινε τώρα. Σε περιμένει ο Μάικλ».

Η Έμιλι κατέβηκε τις σκάλες και πήγε στο σαλόνι όπου βρήκε τον πατέρα της με τον Μάικλ να μιλούν.

«Είμαι έτοιμη» τους διέκοψε.

Ο Μάικλ κοίταξε την Έμιλι κατάπληκτος.

«Ουάου» αναφώνησε και σηκώθηκε από τον καναπέ.

«Πάμε;» είπε ανυπόμονη η Έμιλι.

«Εμ, ναι. Κύριε Τόμσεν, χάρηκα που μιλήσαμε» είπε ο Μάικλ και αντάλλαξε χειραψία με τον πατέρα της Έμιλι.

«Κι εγώ χάρηκα που μιλήσαμε. Και σε παρακαλώ, να με αποκαλείς Τζορτζ» είπε ο πατέρας της χαμογελώντας. Προχώρησε προς την Έμιλι και την αγκάλιασε.

«Καλά να περάσεις, πριγκίπισσα» είπε και έφυγε.

Μόλις ο πατέρας της έφυγε, ο Μάικλ την πλησίασε και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί.

«Έμς… Ουάου» είπε ξανά κοιτάζοντάς την από πάνω μέχρι κάτω.

«Τι σου συμβαίνει;» τον ρώτησε γελώντας.

«Αυτό που μου συμβαίνει είναι πως είσαι τόσο όμορφη που δεν έχω τι να πω» της ψιθύρισε.

«Όλες στον χορό όμορφες δείχνουν» του απάντησε.

«Εσύ είσαι πάντα όμορφη. Πάμε;»

 

Έφτασαν στο σχολείο γρήγορα. Αρκετοί βρίσκονταν ήδη εκεί. Το αυτοκίνητο του Σάιμον σταμάτησε ακριβώς δίπλα τους. Η Έμιλι βγήκε και πήγε να συναντήσει την Πένι. Αγκαλιαστήκαν και κοίταξαν η μια την άλλη.

«Είσαι θεά» είπαν και οι δυο μαζί.

«Γεια σου, Έμς» είπε ο Σάιμον βγαίνοντας από το αυτοκίνητο. Η Έμιλι ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.

Ο Σάιμον λίγες μέρες πριν, από το πουθενά, ζήτησε από την Πένι να τη συνοδέψει στον χορό. Αν και είχε κανονίσει με τη Φαίη και την Ντέμυ να πάνε όλες μαζί, οι υπόλοιπες κοπέλες δεν της άφησαν καμία επιλογή. Πάνω κάτω το ίδιο συνέβη και με τη Φαίη, όταν ο Σαμ της ζήτησε να πάνε μαζί.

«Έμς, ξέχασα να σου δώσω αυτό πριν» είπε ο Μάικλ βγάζοντας από το αυτοκίνητο ένα κουτάκι. Μέσα υπήρχε ένα πανέμορφο κορσάζ καρπού. Η κορδέλα ήταν μαύρη με μπλε δαντέλα και στολιζόταν από ένα πανέμορφο μπλε λουλούδι που η Έμιλι δεν αναγνώριζε.

«Είναι πανέμορφο!» είπε ξέπνοα.

Ο Μάικλ το έβγαλε από το κουτί και το φόρεσε στον καρπό της.

Πλησιάζοντας στην είσοδο βρήκαν την Ντέμυ, τη Φαίη και τον Σαμ. Χαιρετηθήκαν και μπήκαν μέσα. Το πάρτι γινόταν στο γυμναστήριο, αλλά είχαν διακοσμήσει όλους τους διαδρόμους του σχολείου. Ήταν πολύ όμορφα. Από το βάθος ακουγόταν μουσική.

«Ο Άλεξ δε θα έρθει;» ρώτησε ο Σαμ.

«Είχε μια δουλειά να κάνει, αλλά θα έρθει σε λίγο» απάντησε ο Σάιμον.

Μπήκαν στο γυμναστήριο, το οποίο ήταν γεμάτο από παιδιά. Η παρέα πήγε και έπιασε ένα τραπέζι σχεδόν στη μέση. Αρκετά παιδιά λικνίζονταν στην πίστα. Ο Σάιμον και η Πένι πήγαν αμέσως να χορέψουν ενώ η Ντέμυ και η Φαίη πήγαν να πάρουν κάτι για να πιουν. Η Φαίη γέμισε αμέσως ένα κόκκινο πλαστικό ποτήρι με παντς[1]. Η Ντέμυ αμφιταλαντεύτηκε˙ δεν ήξερε ποιο να διαλέξει.

«Βάλε από το κόκκινο παντς» είπε μια φωνή πίσω της.

Η Ντέμυ γύρισε πίσω. Η φωνή ανήκε στον Άλεξ. Φορούσε ένα σκούρο μπλε κοστούμι που ταίριαζε τέλεια με το χρώμα του φορέματός της.

«Άλεξ, γεια» του είπε κάπως ξέπνοα.

«Ο Μέισον Ρέιμαν μου είπε πως το κόκκινο παντς έχει μέσα και αλκοόλ» εξήγησε.

«Πάλι έριξε βότκα μέσα;» ρώτησε γελώντας η Ντέμυ και γέμισε το ποτήρι της.

«Ακριβώς» απάντησε ο Άλεξ και γέμισε το δικό του ποτήρι. «Είσαι πολύ όμορφη σήμερα».

«Ευχαριστώ. Κι εσύ είσαι πολύ ωραίος σήμερα» είπε πίνοντας μια γουλιά από το ποτήρι της. «Νομίζω πως ο Μέισον το παράκανε λιγάκι με τη βότκα».

Ο Άλεξ ήπιε μια γουλιά από το δικό του.

«Έχεις δίκιο» της είπε γελώντας.

Προχώρησαν ο ένας δίπλα στον άλλον μέχρι το τραπέζι.

«Ποιος είναι ο συνοδός σου;» τη ρώτησε.

«Άβολη ερώτηση… Δεν έχω συνοδό».

«Τι; Πώς γίνεται να μην έχεις συνοδό;»

«Γίνεται όταν δε σου ζητάει κανείς να τον συνοδέψεις Εσύ με ποια ήρθες;»

«Με καμία».

«Πλάκα μου κάνεις, έτσι;» ρώτησε και ο Άλεξ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Το κελεπούρι του σχολείου δεν έχει συνοδό; Θες μήπως να το παίξεις μοναχικός λύκος;»

«Απλά δε ρώτησα καμία κοπέλα… Αντιθέτως, πολλές κοπέλες μου ζήτησαν να τις συνοδέψω».

«Και τους είπες όχι;» Έγνεψε θετικά.

«Ώρες ώρες, ειλικρινά, δε σε καταλαβαίνω».

Έφτασαν στο τραπέζι και ο Άλεξ χαιρέτησε τα παιδιά. Κοίταξε για λίγο την Ντέμυ σκεπτικός.

Να της ζητήσω να χορέψουμε αναρωτήθηκε. Κι αν μου πει όχι; Κι αν με βρίσει; Αν με χαστουκίσει;

Όλες του οι σκέψεις ξαφνικά εξαφανίστηκαν, όταν μια μπαλάντα άρχισε να παίζει. Ήπιε μονορούφι το παντς και το ακούμπησε αποφασιστικά στο τραπέζι.

«Θέλεις να χορέψουμε;» τη ρώτησε.

Η Έμιλι και ο Μάικλ τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. Η Ντέμυ κοίταξε την Έμιλι, η οποία σήκωσε τους ώμους της.

«Ντι;» ρώτησε ο Άλεξ μπερδεμένος. «Θέλεις να χορέψουμε;» τη ρώτησε ξανά.

«Εμ… Φυσικά» απάντησε εκείνη.

«Γιατί έχω την εντύπωση πως αυτό δε θα καταλήξει καλά;» ρώτησε η Έμιλι.

«Εγώ πάλι πιστεύω πως αυτό θα καταλήξει καλύτερα απ’ ότι έχουμε φανταστεί» απάντησε ο Μάικλ.

«Πάμε να χορέψουμε;» τον ρώτησε η Έμιλι.

«Έχω μια καλύτερη ιδέα» της απάντησε. «Έλα μαζί μου».

Η Έμιλι κοίταξε λιγάκι μπερδεμένα τον Μάικλ αλλά τον ακολούθησε. Βγήκαν από το γυμναστήριο και κατευθύνθηκαν στο προαύλιο του σχολείου. Η μουσική ακουγόταν μέχρι έξω αρκετά καθαρά.

«Έμιλι Τόμσεν, θα μου χαρίσεις αυτό τον χορό;» της είπε.

«Φυσικά» του απάντησε χαμογελώντας.

Ο Μάικλ πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της και το με το άλλο χέρι έπιασε το δικό της. Για λίγο χόρεψαν χωρίς να μιλούν. Τα πρόσωπά τους βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής και ο ένας ένιωθε την αναπνοή του άλλου. Ο Μάικλ πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του. Χάιδεψε τα μάγουλά της και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της.

«Θεέ μου, είσαι τόσο όμορφη» της ψιθύρισε τρυφερά και ξέπνοα. «Σ’ αγαπάω».

«Κι εγώ σ’ αγαπάω» είπε και τον φίλησε. Ήταν ένα φιλί τρυφερό και γεμάτο αγάπη.

Ήταν έτοιμη να του ζητήσει να γυρίσουν πίσω, αλλά ένας δυνατός κρότος τη διέκοψε. Η Έμιλι σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον ουρανό. Πυροτεχνήματα εκτοξεύθηκαν και γέμισαν με χιλιάδες χρώματα την έναστρη νύχτα.

«Μα, δεν υπήρχαν πυροτεχνήματα στο πρόγραμμα» είπε η Έμιλι μπερδεμένη.

«Εγώ το έκανα, για εσένα» είπε ο Μάικλ ντροπαλά.

«Έχεις λεφτά και δεν ξέρεις τι να τα κάνεις;» τον ρώτησε γελώντας.

«Για την ακρίβεια ναι, έχω κάποια χρήματα και μπορώ να κάνω ό,τι θέλω με αυτά. Επιλέγω να τα ξοδεύω για κάποιον που αγαπάω».

«Δε θέλω να σπαταλάς τα χρήματα των γονιών σου για εμένα».

«Δεν ξόδεψα όλη την περιουσία των δικών μου για λίγα πυροτεχνήματα. Ευτυχώς για εμένα, τυχαίνει να λατρεύεις πυροτεχνήματα και όχι τεράστια διαμάντια».

«Μμμμ, θα ‘θελα να δω τι θα έκανες σε περίπτωση που μου άρεσαν τα διαμάντια. Δε χρειάζομαι πυροτεχνήματα ή οτιδήποτε άλλο. Εσύ μου αρκείς. Θέλω μόνο να είμαι μαζί σου».

«Είσαι ξεχωριστή για εμένα. Και θέλω να σε κάνω να νιώθεις έτσι».

«Μα νιώθω ήδη έτσι… Έχω εσένα. Δε χρειάζομαι τίποτα άλλο. Σ’ αγαπάω, Μάικ».

«Κι εγώ» είπε και σφράγισαν την τρυφερή στιγμή τους με ένα ακόμη φιλί.

Το κινητό του Μάικλ άρχισε να δονείται στην τσέπη του.

«Σαμ;» απάντησε ξαφνιασμένος.

«Μάικ, ελάτε μέσα αμέσως» είπε ο Σαμ από την άλλη γραμμή.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε.

«Η Κέιτ είναι εδώ».

«Ερχόμαστε» είπε ο Μάικλ και το έκλεισε.

«Μάικ; Τι συμβαίνει; Τι έγινε;» ρώτησε φοβισμένη η Έμιλι.

«Είναι εδώ. Η Κέιτ είναι εδώ» απάντησε ο Μάικλ.

«Πρέπει να την πάρουμε από εδώ. Δε θα την αφήσω να χαλάσει κι άλλο πάρτι» είπε η Έμιλι.

Ο Μάικλ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Κάτι τον φόβιζε. Κάτι του έλεγε να πάρει την Έμιλι και να φύγουν.

«Μάικ;» ρώτησε φοβισμένη η Έμιλι. «Μάικ… Τι συμβαίνει;»

«Δεν… δεν ξέρω. Έχω απλά ένα συναίσθημα. Φοβάμαι πως κάτι θα συμβεί».

«Κι εγώ. Γι’ αυτό πρέπει να τη βρούμε πριν κάνει κάτι κακό».

«Έχεις δίκιο» είπε ο Μάικλ και έπιασε το χέρι της.

Άρχισαν να τρέχουν προς την είσοδο του σχολείου. Κανείς από τους δυο τους δεν μπορούσε να φανταστεί τι είχε ετοιμάσει η Κέιτ. Κανένας δε θα μπορούσε να έχει προβλέψει αυτό που επρόκειτο να συμβεί.

Rene Rafael


[1] ανάμεικτος χυμός φρούτων χωρίς αλκοόλ