Storm (Κεφάλαιο 18)

Η Έμιλι και ο Μάικλ μπήκαν τρέχοντας μέσα στο σχολείο.

«Πρέπει να χωριστούμε» είπε λαχανιασμένα η Έμιλι.

«Δε νομίζω πως είναι καλή ιδέα» απάντησε ο Μάικλ κοιτάζοντας γύρω του.

«Δεν μπορούμε να ψάξουμε όλο το σχολείο, αίθουσα προς αίθουσα. Μπορεί να είναι οπουδήποτε. Αν κάποιος από τους δυο μας τη βρει παίρνει τηλέφωνο τον άλλο. Μάικ, σε παρακαλώ, εμπιστεύσου με».

Ο Μάικλ έσφιξε τα χείλη του σκεπτικός. «Εντάξει. Αλλά θέλω να έχεις το κινητό σου στο χέρι σου κάθε στιγμή. Και να προσέχεις. Υποσχέσου το».

«Το υπόσχομαι».

Ο Μάικλ την άρπαξε και τη φίλησε.

«Πρόσεχε» της είπε ξέπνοα.

«Κι εσύ» του είπε και έφυγε.

Ο Μάικλ κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα την Έμιλι να απομακρύνεται και έπειτα έφυγε κι εκείνος προς την αντίθετη μεριά. Έψαξε μερικές αίθουσες αλλά ήταν έρημες. Καθώς περνούσε από το Χημείο, είδε μια φιγούρα να κάθεται σε έναν από τους πάγκους του εργαστηρίου. Ήταν μια κοπέλα.

«Σε βρήκα» είπε θριαμβευτικά ο Μάικλ και πήρε τηλέφωνο την Έμιλι. Άνοιξε την πόρτα της αίθουσας και μπήκε μέσα με μεγάλες δρασκελιές. «Όποιο παιχνίδι και αν παίζεις, Κέιτ, έχει τελειώσει» είπε.

Η Κέιτ, που είχε γυρισμένη την πλάτη της προς την πόρτα, γύρισε το κεφάλι της φανερώνοντας το πρόσωπό της. Δεν ήταν Κέιτ!

«Ντενίζ;» ρώτησε ξαφνιασμένος ο Μάικλ.

«Γεια σου, Μάικ» είπε χαμογελώντας η Ντενίζ κατεβαίνοντας από τον πάγκο.

Ο Μάικλ κοίταξε την οθόνη του κινητού του. Η Έμιλι δεν είχε απαντήσει ακόμα. Χωρίς να το σκεφτεί το έκλεισε και έβαλε το κινητό του στην τσέπη του παντελονιού του.

«Τι γυρεύεις εδώ, Ντενίζ;» τη ρώτησε εκνευρισμένος.

«Νόμιζα πως θα χαιρόσουν που είμαι εδώ. Μάλλον έκανα λάθος» απάντησε εκείνη πλησιάζοντάς τον.

«Μη με πλησιάζεις!» την προειδοποίησε.

«Γιατί είσαι τόσο κακός μαζί μου;»

«Γιατί με χρησιμοποίησες».

«Αν θυμάμαι καλά, σε χρησιμοποίησα με τον ίδιο τρόπο που με χρησιμοποίησες κι εσύ».

«Τι στον διάβολο λες;»

«Έλα τώρα. Και οι δυο μας ξέρουμε πολύ καλά πως δεν ήμασταν ερωτευμένοι. Εσύ με χρησιμοποίησες για να κάνεις την Έμιλι να ζηλέψει κι εγώ σε χρησιμοποίησα για τους δικούς μου λόγους».

«Με χρησιμοποίησες για να σκοτώσω τον πατέρα μου. Ευτυχώς που εκείνη την ημέρα σε είδα μαζί με αυτή τη σκύλα, την Κέιτ. Τελικά έκανε και κάτι καλό αυτή η κοπέλα… Χωρίς να το γνωρίζει βέβαια».

«Ό,τι ένιωθα για εσένα ήταν αληθινό» είπε ξαφνικά. Άβολη σιωπή απλώθηκε στην αίθουσα.

«Ορίστε;»

«Ήμουν στ’ αλήθεια ερωτευμένη μαζί σου».

«Λες ψέματα».

«Ποτέ δε λέω ψέματα» του είπε χαμογελώντας.

«Δε με ενδιαφέρει να ακούσω τα ψέματά σου, Ντενίζ. Ξέρω πως αποτελείς μέρος του σχεδίου της Κέιτ. Το μόνο που θέλω αυτή τη στιγμή είναι να τσακιστείς να φύγεις από εδώ».

«Πιστεύεις πως στ' αλήθεια πως είναι η μια και μοναδική; Η Έμιλί σου; Πιστεύεις πως την αγαπάς στα αλήθεια;»

«Ανέκαθεν την αγαπούσα. Αυτό που νιώθω για εκείνη είναι αληθινό».

«Δε σε πιστεύω».

«Δε με ενδιαφέρει».

Η Ντενίζ άρχισε σιγά σιγά να τον πλησιάζει. «Δε σε πιστεύω. Γιατί αν όντως την αγαπούσες, δε θα το έκανες μαζί μου. Ξέρω πως με θέλεις ακόμα. Το βλέπω στα μάτια σου, Μάικλ».

«Τελείωσες με τις ανοησίες σου; Δεν έχω χρόνο για τα αστεία σου και τις δολοπλοκίες της Κέιτ».

«Δε με αγάπησες ποτέ σου, Μάικ. Αυτό όμως δε σημαίνει πως δε με ήθελες κιόλας. Πιθανότατα η Έμιλί σου θέλει να περιμένει… Ίσως και μέχρι τον γάμο. Γιατί να περιμένεις; Μπορώ να σου δώσω εγώ αυτό που εκείνη αδυνατεί να σου προσφέρει. Θα είναι το μικρό μας μυστικό».

«Όχι».

«Έλα τώρα, Μάικ. Δε θα το μάθει. Σκέψου το, μόνο εγώ και εσύ. Χωρίς συναισθήματα, χωρίς δεσμεύσεις».

«Με αηδιάζεις».

«Πάλι λες ψέματα. Με θες. Παραδέξου το!» Η Ντενίζ άρχισε να τον πλησιάζει περισσότερο. «Μην το πολεμάς».

Ο Μάικλ έκανε συνεχώς βήματα προς τα πίσω, μέχρι που τελικά κόλλησε πάνω στον τοίχο. «Ντενίζ, σταμάτα» της είπε παρακλητικά.

«Τουλάχιστον ένα φιλί. Το ξέρω πως θέλεις να με φιλήσεις. Μπορώ να το νιώσω. Τα μάτια σου κοιτάζουν σαν τρελά τα χείλη μου. Η φωνή σου τρέμει. Φίλησέ με».

Ο Μάικλ έπαιρνε βαθιές ανάσες. Ένιωθε λες και κάποιος του είχε κάνει μάγια. Ήθελε όντως να φιλήσει την Ντενίζ, παρόλο που ήξερε πως κατά βάθος η επιθυμία δεν ήταν στα αλήθεια δική του.

«Ένα φιλί, Μάικλ. Ένα... τελευταίο... φιλί» είπε η Ντενίζ και έφερε το πρόσωπό της κοντά στο δικό του.

Εκείνος έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές προσπαθώντας να αντισταθεί. Η Ντενίζ πλησίασε τα χείλη της στα δικά του και περίμενε.

Ο Μάικλ πήρε μια βαθιά ανάσα. Συγκεντρώσου, Μάικ... Σου έχουν κάνει κάτι... Δεν τη θέλεις. Δε θες να τη φιλήσεις.

«Γαμώτο» είπε και την άρπαξε.

Το φιλί τους ήταν παθιασμένο. Άγριο. Έκαιγε σαν ανεξέλεγκτη φωτιά. Πέρασε τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά της και τα τράβηξε λιγάκι πίσω. Ένιωσε πως βρισκόταν στο Μαϊάμι τρία χρόνια πριν, στις διακοπές όπου είχε πρωτογνωρίσει την Ντενίζ. Στις διακοπές που τα είχε φτιάξει μαζί της. Στις διακοπές που είχε σχεδόν ξεχάσει την Έμιλι, η οποία στεκόταν έξω από το εργαστήριό Χημείας και τους έβλεπε…

Rene Rafael